115. Τί φρονεί περί χάριτος η Ρωμαϊκή Εκκλησία;
Διαφωνεί ριζικά με την ορθόδοξη αντίληψη. Δεν μπορεί να δεχτεί τη θεία χάρη ως κάτι εγκείμενο ουσιωδώς στη φύση του Θεού, γιατί κάτι τέτοιο θα κατέλυε την απλότητα της ουσίας του Θεού, επιφέροντας σύνθεση σ’ αυτή. Κατ’ αυτήν, η χάρη είναι μέγεθος κτιστό, το οποίο δημιουργείται για να επιτευχθούν μέσω αυτού οι σκοποί της σωτηρίας. Γύρω από το ζήτημα αυτό διεξήχθησαν σφοδροί αγώνες μεταξύ της Ορθόδοξης Ανατολής και της Λατινικής Δύσεως. Τις αντιλήψεις αυτές καταδίκασε συνοδικώς η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ιδ' αιώνα.
Το ζήτημα βέβαια της συνθέσεως της απλής φύσεως του Θεού που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να δημιουργεί η παραδοχή της άκτιστης χάριτος, είναι αρκετά σοβαρό. Όμως δεν αληθεύουν οι ισχυρισμοί της λατινικής θεολογίας. Οι άκτιστες θείες ενέργειες (η άκτιστη χάρη) είναι διακρίσεις θεοπρεπείς στη θεότητα, που δεν μοιάζουν με τις διακρίσεις των φυσικών πραγμάτων. Όπως και οι θείες υποστάσεις διακρίνουν τον Τριαδικό Θεό εκφράζοντας τον αΐδιο τρόπο της υπάρξεώς του χωρίς ωστόσο να συνθέτουν την υπερβατική ουσία του, έτσι και στις θείες ενέργειες διακρίνεται η θεότητα, χωρίς να χάσει την απόλυτη απλότητά της. Φυσικά αυτά τα πράγματα δεν είναι εύκολο να τα κατανοήσουμε.
(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 165-166)