Μάνου Δανέζη/ Στράτου Θεοδοσίου Καθηγητῶν Ἀστροφυσικῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
Ἀστρολογία: Θρησκεία ἢ Ἐπιστήμη;
Ἐκδόσεις Ἀποστολικῆς Διακονίας ΕΚΔΟΣΗ Β´
© Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Ἰασίου 1 11521 Ἀθήνα τηλ. 7228008, fax 7238149
Ἔκδοση Α´ 1994 Ἔκδοση Β´ 1998
ΚΑ. 99.08.027
ISBN 960-315-121-1
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
- Πρόλογος Ἀποστολικῆς Διακονίας
- Ἐκ βαθέων
- ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΕΣΕΙΣ
1. Ἐπιστημονικὸ φαινόμενο
2. Τὸ πρόβλημα τοῦ ἐννοιολογικοῦ περιεχομένου
3. Ἐπιστημονικὴ πρόβλεψη
4. Προφητεία
5. Πέρα ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴ γνώση
6. Κάποιες τελικὲς σκέψεις
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑ: ΘΡΗΣΚΕΙΑ ἣ ΕΠΙΣΤΗΜΗ;
ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ
α) Στὴν ἀρχαία Βαβυλώνα
β) Ἡ συμβολὴ τῆς Ῥωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας
γ) Ἀστρολογία καὶ ἀποκρυφισμός
- ΤΟ ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟ ΚΟΣΜΟΕΙΔΩΛΟ
1. Τί εἶναι, τελικά, ἡ Ἀστρολογία;
2. Τὸ μοντέλο τοῦ ἀστρολογικοῦ κόσμου
- Τὸ μεγάλο ἐρώτημα
- Μιὰ προσωπικὴ ἔκκληση
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ φαντασθεῖ ὅτι στὸ λυκόφως τοῦ 20οῦ αἰῶνος, ὁ καυχώμενος γιὰ τὴ μόρφωση τοῦ ἄνθρωπος, θὰ ἔφθανε στὸ θλιβερὸ σημεῖο νὰ ἐπιστρέψει σὲ παλαιὲς μορφὲς προλήψεων καὶ δεισιδαιμονιῶν!
Γιατί, τί ἄλλο φανερώνει καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ἕνας σημαντικὸς ἀριθμὸς ἀνθρώπων καταφεύγει γιὰ στήριγμα στοὺς ἀστρολόγους, ἢ ἐξαρτᾶ τὸ «πῶς θὰ πάει ἡ μέρα του» ἀπὸ τὴν πρόβλεψη τοῦ ὡροσκοπίου ποὺ δημοσιεύεται σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς ἐφημερίδες καὶ τὰ περιοδικὰ καὶ ἐκπέμπεται ἀπὸ ἀρκετοὺς ραδιοτηλεοπτικοὺς σταθμούς;
Κι ἂς μὴ νομισθεῖ ὅτι ἐπιῤῥεπεῖς στὴν ἀστρολογία καὶ τὰ ὡροσκόπια εἶναι οἱ μικρῆς μορφώσεως. Ἐπιστημονικὲς ἔρευνες, στὴν Ἑλλάδα καὶ ἀλλοῦ, ἔχουν καταδείξει ὅτι ἡ ἀστρολογία, ὁ ἀποκρυφισμός, ἡ παραψυχολογία κλπ. ἔχουν μπεῖ «στὰ σαλόνια καὶ τοὺς κοσμικοὺς κύκλους, στὰ καλλιτεχνικὰ παρασκήνια, στοὺς χώρους τῆς μόδας, στὰ γραφεῖα μικρῶν καὶ μεγάλων ἰδιωτικῶν καὶ δημοσίων ἐπιχειρήσεων, ἀκόμα καὶ στὰ Κοινοβούλια καὶ τὰ γραφεῖα ὑψηλὰ ἱσταμένων».
Γιὰ παράδειγμα, τὸ 40% τῶν Γάλλων πιστεύουν ὅτι ὁ χαρακτήρας τοῦ ἄνθρωπου ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὸν ἀστερισμὸ τοῦ ζῳδίου στὸ ὁποῖο γεννήθηκε, ἐνῷ στὴν Ἑλλάδα σύμφωνα μὲ ἔρευνα τῆς ICAP: 14% τοῦ πληθυσμοῦ μελετᾶ τὴ στήλη τοῦ «Ὡροσκοπίου» ἐπειδὴ πιστεύει στὰ ζῴδια, 33% ἔτσι «γιὰ πλάκα», ἐνῷ ἕνα μεγαλύτερο ποσοστό, τὸ 55,6% τῶν Ἑλλήνων πιστεύουν, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ μποροῦν νὰ προβλέψουν τὰ μέλλοντα (ἄνδρες 50%, γυναῖκες 61%)! Τὰ παραπάνω δείχνουν ὅτι ἡ κατάσταση εἶναι πλέον ἀνησυχητική.
Ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία ἀποφάσισε νὰ ἐκδώσει τὴν παροῦσα μελέτη τῶν Ἐπικ. Καθηγητῶν τῆς Ἀστροφυσικῆς κυρίων Μ. Δανέζη καὶ Σ. Θεοδοσίου, μὲ σκοπὸ νὰ πάρουν οἱ ἀναγνῶστες ἐπιστημονικὴ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα ἂν ἡ Ἀστρολογία εἶναι θρησκεία ἢ ἐπιστήμη. Μὲ τὴν εὐκαιρία, ὅμως, αὐτὴ ἐπιθυμοῦμε νὰ ἀναφερθεῖ καὶ ἡ ἄποψη τῆς Ἐκκλησίας μας πάνω στὸ θέμα:
Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἡ Ἀστρολογία χαρακτηρίζεται ἀπάτη καὶ εἰδωλολατρεία. Καταδικάζεται ἀπὸ τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ, τοὺς Προφῆτες, καὶ ἀπὸ διατάξεις τοῦ Νόμου. Συνιστᾶται στοὺς πιστοὺς νὰ μὴ καταφεύγουν σ᾿ αὐτήν, ἐνῷ θεωρεῖται μίασμα γιὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ Θεοῦ (Λευιτ. ιθ´ 26, 31· κ´ 6, 27. Ἔξοδος κβ´ 18. Ἡσ. κ´ 19, μζ´ 11-15). Ἀλλὰ καὶ στὴν Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ὑπάρχουν πολλὲς μαρτυρίες ποὺ καταδικάζουν τὴν Ἀστρολογία. Αὐστηρὰ τοποθετοῦνται ἀπέναντί της ἡ «Διδαχὴ τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων», οἱ ἅγιοι Κύριλλος Ἱεροσολύμων, Κυρήνης Συνέσιος, Ἀλεξανδρείας Εὐσέβιος, Ἰωάννης Χρυσόστομος, Γρηγόριος Θεολόγος, Γρηγόριος Νύσσης κ.ἄ.
Εἶναι χαρακτηριστικά, μάλιστα, ὅσα γράφει ὁ μεγάλος δογματικὸς θεολόγος καὶ ἅγιος, Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «Οἱ εἰδωλολάτρες παραδέχονται ὅτι μὲ τὴν ἀνατολὴ καὶ τὴ δύση καὶ τὴ σύγκρουση τῶν ἀστεριῶν αὐτῶν, τοῦ ἡλίου καὶ τῆς σελήνης, καθορίζονται ἡ ζωὴ καὶ οἱ πράξεις μας· μὲ αὐτὰ καταγίνεται ἡ ἀστρολογία Ἐμεῖς ὅμως οἱ χριστιανοὶ παραδεχόμαστε ὅτι ἀπ᾿ αὐτὰ διαμορφώνονται καιρικὲς καταστάσεις, ἡ βροχὴ καὶ ἡ ἀνοβρία, τὸ κρύο καὶ ἡ ζέστη, ἡ ὑγρασία καὶ ἡ ξηρασία καὶ οἱ ἄνεμοι καὶ τὰ παρόμοια, ἀλλὰ μὲ κανένα λόγο οἱ πράξεις μας· γιατὶ ἐμεῖς, ἐπειδὴ γίναμε αὐτεξούσιοι ἀπὸ τὸ Δημιουργό, εἴμαστε κύριοι σ᾿ αὐτές. Ἂν λοιπὸν ἀπὸ τὴν κίνηση τῶν ἀστεριῶν κάνουμε τὰ πάντα, κατ᾿ ἀνάγκην κάνουμε αὐτὸ ποὺ κάνουμε· καὶ αὐτὸ ποὺ γίνεται κατ᾿ ἀνάγκην οὔτε ἀρετὴ οὔτε κακία εἶναι. Καὶ ἂν οὔτε ἀρετὴ οὔτε κακία ἔχουμε, δὲν εἴμαστε ἄξιοι οὔτε γιὰ τοὺς ἐπαίνους καὶ τὰ στεφάνια, οὔτε γιὰ τὶς κατηγορίες ἢ τὶς τιμωρίες· ἐπιπλέον θὰ βρεθεῖ καὶ ὁ Θεὸς ἄδικος, δίνοντας σὲ ἄλλους ἀγαθὰ καὶ σὲ ἄλλους θλίψεις. Ἀλλὰ ἀκόμα οὔτε ὁ Θεὸς θὰ κυβερνᾶ οὔτε θὰ προνοεῖ γιὰ τὰ κτίσματά του, ἂν τὰ πάντα κατ᾿ ἀνάγκην ἄγονται καὶ φέρονται. Ἐπίσης καὶ ἡ λογικὴ θὰ μᾶς ἦταν περιττή- ἀφοῦ δὲν εἴμαστε κύριοι καμιᾶς πράξεως, σκεφτόμαστε περιττά. Τὸ λογικὸ πάντως μᾶς ἔχει δοθεῖ γιὰ τὴ σκέψη- κατὰ συνέπεια κάθε λογικὸ ὂν εἶναι καὶ αὐτεξούσιο».
Ἀλλὰ καὶ συνοδικὰ (61ος κανόνας τῆς ΣΤ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου) καταδικάζονται ἐκεῖνοι ποὺ προστρέχουν στοὺς ἀστρολόγους. Ἡ πράξη τους αὐτὴ θεωρεῖται συνεργασία μὲ τοὺς δαίμονες καὶ τοὺς ἐπιβάλλεται ἀπαγόρευση τῆς θείας κοινωνίας γιὰ ἕξι χρόνια, ἐνῷ ὅσοι παραμένουν ἀμετανόητοι καὶ συνεχίζουν νὰ ἐξαρτοῦν τὴ ζωή τους ἀπὸ τὴν κίνηση τῶν ἄστρων καὶ τὶς προβλέψεις τῶν ἀστρολόγων, ἀποκόπτονται ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ Σῶμα. Χρέος, λοιπόν, κάθε σοβαροῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πιστοῦ χριστιανοῦ εἶναι νὰ ἐμπιστεύεται τὴ ζωὴ καὶ τὸ μέλλον του στὴν Πρόνοια τοῦ ἀγαθοῦ καὶ παντοδύναμου Θεοῦ καὶ νὰ ἀγωνίζεται γιὰ τὴ διαμόρφωσή τους κατὰ τὸ θέλημά Του κι ὄχι νὰ καταφεύγει στὴν ἀπάτη τῆς Ἀστρολογίας.
Ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία
ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ
Ὅταν πρὶν ἀρκετοὺς μῆνες προσκληθήκαμε ἀπὸ τὸν Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, προκειμένου νὰ ἐκφράσουμε, σὰν ἀστρονόμοι, τὴν ἄποψή μας πάνω στὸ θέμα τῆς Ἀστρολογίας, εἶναι ἀλήθεια ὅτι αἰσθανθήκαμε νὰ μᾶς κατακλύζει τὸ τεράστιο δέος τοῦ ἀπολογητῆ.
Ἡ αἴσθηση αὐτὴ δὲν πήγαζε ἀπὸ τὴν συνειδητοποίηση τῆς ἄγνοιας ἑνὸς θέματος, ὅπως αὐτὸ τῆς Ἀστρολογίας, ποὺ ἐν τέλει δὲν ἔχει καμιὰ οὐσιαστικὴ σχέση μὲ τὸ ἀντικείμενο τῆς Ἐπιστήμης μας. Ἀντίθετα, ἔχοντας ἀσχοληθεῖ πέραν τῆς 20ετίας μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας τοῦ ἐφηρμοσμένου, ἀλλὰ καὶ φιλοσοφικοῦ, ὑπόβαθρου τῆς Ἀστρολογίας, ἀναρωτιόμαστε ἂν εἴχαμε ἀκόμα τὴν κοινωνική, ἐπιστημονικὴ καὶ φιλοσοφικὴ ὡριμότητα, προκειμένου νὰ ἐκφράσουμε τὴ γνώση καὶ τὶς σκέψεις μας πάνω στὸ τεράστιο αὐτὸ θέμα, μὲ πνεῦμα σύνεσης, ἐπιστημονικῆς ἀκρίβειας καὶ δικαιοσύνης, μακριὰ ἀπὸ ἀνθρώπινες ἢ κοινωνικὲς προκαταλήψεις, οἱ ὁποῖες θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπηρεάσουν τὴν τελικὴ κατάληξη τῶν σκέψεών μας.
Κατὰ τὴ διάρκεια δυὸ συζητήσεων, ποὺ τελικὰ ἔγιναν στὸ Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀποφασίσαμε νὰ ἀναφερθοῦμε, σὲ μιὰ ἄγνωστη στὸ πλατὺ κοινὸ πτυχὴ τῆς Ἀστρολογίας, τὴν «Ἐσωτερικὴ Ἀστρολογία», ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴ φιλοσοφικὴ καὶ «ἐπιστημονική», κατὰ κάποιον τρόπο, βάση τῶν ἀστρολογικῶν ἀπόψεων. Τὴν ἐπιλογὴ κάναμε ἐπειδὴ πιστεύουμε ὅτι αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ περιοχή, ἡ ὁποία δὲν ἀναφέρεται, ἢ ἀποκρύπτεται, ἀπὸ τὴν Ἀστρολογία, ἀποτελεῖ τὴ βάση τῶν τεράστιων προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ἐρεθίζουν τὴν ἐπιστημονικὴ ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνθρώπινη περιέργεια, ὁδηγώντας τὸ πλατὺ κοινὸ σὲ ἐσφαλμένα, πολλὲς φορές, συμπεράσματα.
Τὶς βασικές μας αὐτὲς σκέψεις, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπισήμανση τοῦ ἀγνώστου, σχεδόν, αὐτοῦ θέματος, ἀποφασίσαμε νὰ καταγράψουμε, ἐν συντομίᾳ, στὶς λίγες αὐτὲς σελίδες, ὅταν αὐτὸ μᾶς ζητήθηκε ἀπὸ τὸν Διευθυντὴ Ἐκδόσεων τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας.
Διατυπώνοντας αὐτὲς τὶς σκέψεις μας εἶναι γεγονός, ὅτι προσπαθήσαμε, ἂν καὶ μεγαλωμένοι μὲ τὰ νάματα τῆς Ὀρθοδοξιας, νὰ σταθοῦμε ἔξω ἀπὸ θρησκευτικὰ καὶ κοινωνικὰ δόγματα, ὑπηρετώντας ἁπλὰ κι ἀληθινὰ μόνο τὴν ἐπιστημονικὴ ἀλήθεια καὶ δεοντολογία. Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, πιστεύουμε, ὅτι ὁ λόγος καὶ ἡ γραφή μας μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν συνανθρώπων μας, ἀσχέτως θρησκευτικῶν ἢ κοινωνικῶν διαφοροποιήσεων.
Ἕνα δεύτερο σημεῖο στὸ ὁποῖο θὰ πρέπει νὰ σταθοῦμε καὶ νὰ ἐξηγήσουμε σ᾿ αὐτοὺς ποὺ θὰ διαβάσουν τὶς σκέψεις μας εἶναι ὁ σκοπός, ὁ τελικὸς δηλαδὴ στόχος ποὺ θέλουμε νὰ ὑπηρετήσουμε. Ὅπως θὰ γίνει ἐλπίζουμε σαφές, μετὰ τὴν ἀνάγνωση τῶν ἑπόμενων σελίδων, δὲν θέλουμε ν᾿ ἀποδείξουμε τίποτα, οὔτε θέλουμε νὰ πείσουμε κανέναν γιὰ τίποτα. Αὐτὸ ποὺ προσπαθοῦμε νὰ κάνουμε εἶναι, νὰ φέρουμε στὸ φῶς τῆς δημοσιότητας, ἄγνωστες σὲ πολλοὺς πτυχὲς καὶ παραμέτρους τοῦ θέματος «Ἀστρολογία», οἱ ὁποῖες θὰ μποροῦσαν νὰ ὁδηγήσουν κάθε ἀναγνώστη μας σὲ μιὰ πιὸ ἀληθινὴ καὶ σαφῆ ἀντιμετώπιση τοῦ θέματος.
Ἐλπίζουμε ὅτι σταθήκαμε συνεπεῖς στὸν στόχο μας καὶ πειστικοὶ στὸ λόγο μας.
Οἱ συγγραφεῖς
ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΕΣΕΙΣ
1. Ἐπιστημονικὸ φαινόμενο
Πρὶν ὁδηγήσουμε τὴν ἀναζήτησή μας στὴν καρδιὰ τοῦ θέματός μας, ἴσως εἶναι καλὸ νὰ δοθοῦν κάποιες ἀπαντήσεις, πάνω σὲ μιὰ σειρὰ ἐρωτημάτων, ποὺ σχεδὸν πάντα γεννῶνται στὴ σκέψη τοῦ κοινοῦ κατὰ τὴ διάρκεια συζητήσεων, ἀνάμεσα σὲ ἐπιστήμονες ἀστρονόμους καὶ ἀστρολόγους.
Τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ ἐρωτήματα ποῦ χαράζουν τὴν σκέψη εἶναι: «Πότε ἕνα φαινόμενο μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἐπιστημονικό;». Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα ἐπιστημονικὴ ἄποψη ἕνα φαινόμενο καταχωρεῖται σὰν ἐπιστημονικὸ ἂν πληροῖ τοὺς 3 πιὸ κάτω ὅρους:
α) Ὑπακούει σὲ συγκεκριμένους, γνωστοὺς καὶ ἐπιστημονικὰ ἐκφρασμένους φυσικοὺς νόμους.
β) Εἶναι γνωστὲς οἱ φυσικὲς συνθῆκες κάτω ἀπὸ τὶς ὁποῖες τὸ φαινόμενο αὐτὸ δημιουργεῖται καὶ ἐξελίσσεται, καὶ τέλος
γ) Τὸ φαινόμενο αὐτὸ μπορεῖ ν᾿ ἀναπαραχθεῖ κατὰ βούληση, ἀνεξαρτήτως τόπου καὶ χρόνου, ἂν ἐξασφαλισθοῦν οἱ ἀναγκαῖες φυσικὲς συνθῆκες.
2. Τὸ πρόβλημα τοῦ ἐννοιολογικοῦ περιεχομένου
Μὲ βάση τοὺς τρεῖς προηγούμενους ὄρους, ἔχουν καταχωρηθεῖ σὰν ἐπιστημονικὰ διάφορα φυσικὰ φαινόμενα (ὁ ἠλεκτρισμός, ὁ μαγνητισμός, ἡ ἐνέργεια) καὶ ἔχει γεννηθεῖ ἕνα πλῆθος παράγωγων λέξεων, οἱ ὁποῖες ἔχοντας μία συγκεκριμένη σημασία τὰ περιγράφουν.
Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ γεννήθηκε ἡ ἐπιστημονικὴ ὁρολογία, δηλαδὴ ἕνα σύνολο λέξεων-ὅρων, οἱ ὁποῖες ἔχοντας ἕνα σαφὲς ἐννοιολογικὸ περιεχόμενο, περιγράφουν ἐπακριβῶς συγκεκριμένες φυσικὲς καταστάσεις ἢ ἐκφράσεις τῶν ἐπιστημονικῶν φαινομένων, ἢ τῶν ἀποτελεσμάτων τους.
Ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ προβλήματα ποὺ δυσχεραίνει τὴ συζήτηση μεταξὺ ἀστρολόγων καὶ ἐπιστημόνων, ὁποιουδήποτε κλάδου, εἶναι τὸ ὅτι οἱ ἀστρολόγοι δανείζονται καὶ χρησιμοποιοῦν τὴν ἐπιστημονικὴ ὁρολογία, ἀφαιρώντας της ὅμως τὸ ἐννοιολογικὸ περιεχόμενο.
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Ἀστρολογία χρησιμοποιεῖ γιὰ λόγους ἐντυπωσιασμοῦ ἢ ἄγνοιας, ἐπιστημονικοὺς ὅρους, προκειμένου νὰ ἐκφράσει ἔννοιες ἢ φαινόμενα ἄσχετα μ᾿ ἐκεῖνα ποὺ οἱ ὅροι αὐτοὶ ἔχει συμφωνηθεῖ, ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴ κοινότητα, νὰ ἐκφράζουν.
Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐπιπόλαιας χρήσης ἐπιστημονικῶν ὅρων, προκειμένου νὰ περιγραφοῦν καταστάσεις διαφορετικὲς ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς ὁποῖες οἱ ὅροι αὐτοὶ ἐκφράζουν, εἶναι, ἡ Ἀστρολογία νὰ ἀποκτᾶ μιὰ πλαστὴ γλωσσικὴ ἐπιστημονικοφάνεια. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἡ Ἀστρολογία ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ πείθει ἐκείνους ποὺ δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες, ὅτι ἀποτελεῖ κομμάτι τῆς ἐπιστήμης.
Ὡς ἐκ τούτου, οἱ ἀναγνῶστες ἀστρολογικῶν κειμένων πρέπει νὰ εἶναι ἐξ ἀρχῆς σχεδὸν σίγουροι ὅτι, ἂν συναντήσουν ἐπιστημονικοὺς ὅρους ὅπως, ἠλεκτρισμός, ἠλεκτρισμένο, μαγνητισμός, μαγνητισμένο, ἀκτινοβολία, ἐνέργεια, κραδασμὸς κ.λπ., οἱ ὅροι αὐτοὶ δὲν περιγράφουν φυσικὲς ἐπιστημονικὰ καταστάσεις, ἄλλα ἄλλες, ἀγνώστου δομῆς καὶ προέλευσης.
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀκόμα στοιχεῖο ποὺ κάνει ἐξ ἀρχῆς ἀδύνατη τὴ συζήτηση μεταξὺ ἐπιστημόνων καὶ ἀστρολόγων, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει μιὰ κοινὰ ἀποδεκτὴ ὁρολογία-γλώσσα, μέσῳ τῆς ὁποίας θὰ γίνει δυνατὴ ἡ νοητικὴ ἀνθρώπινη ἐπικοινωνία.
3. Ἐπιστημονικὴ πρόβλεψη
Μετὰ ὅλα τὰ προηγούμενα, μποροῦμε νὰ κάνουμε μιὰ πρώτη διάκριση ἀνάμεσα στὶς ἔννοιες «ἐπιστημονικὴ πρόβλεψη» καὶ «προφητεία».
Σὰν ἐπιστημονικὴ πρόβλεψη θεωροῦμε τὴν προαναγγελία ἢ τὴν ἀναμονὴ κάποιου φαινομένου ἢ γεγονότος, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀπόῤῥοια τῆς σαφοῦς γνώσης, τῶν φυσικῶν αἰτίων καὶ συνθηκῶν ποὺ συντελοῦν στὴν γέννηση, τὴν ἐξέλιξη ἢ τὴν περιοδικὴ ἐπανάληψη τοῦ φαινομένου αὐτοῦ. Ἡ ἔννοια τῆς ἐπιστημονικῆς πρόβλεψης, εἶναι στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐπιστημονικῆς ἀπόδειξης.
Ἀποδεικνύω ἐπιστημονικὰ σημαίνει, ἀνακαλύπτω τοὺς νόμους τῆς φύσης ποὺ ὁδηγοῦν τὰ φαινόμενα νὰ δροῦν ἔτσι καὶ ὄχι ἀλλιῶς. Σημαίνει, ὅτι μπορῶ νὰ περιγράψω τοὺς νόμους αὐτοὺς μαθηματικὰ ἢ φυσικά, καὶ μέσα ἀπὸ τὴ βαθειὰ γνώση τῶν ἐπαναλαμβανόμενων ρυθμῶν ἐξέλιξής τους, ὅτι μπορῶ νὰ προβλέπω τὴν ἑκάστοτε ἔκφραση τοὺς μέσα στὸ χῶρο καὶ τὸ χρόνο.
4. Προφητεία
Ὡς προφητεία, θεωροῦμε τὴν προσπάθεια πρόβλεψης γεγονότων ἢ φαινομένων, χωρὶς νὰ δίνεται συγχρόνως καμιὰ ἐπιστημονικὴ ἐξήγηση τῶν αἰτίων ἢ συνθηκῶν, ἀπὸ τὶς ὁποῖες συνάγεται αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς πρόβλεψης.
Στὶς περισσότερες περιπτώσεις, ἡ προφητεία εἶναι ἀπόῤῥοια μεταφυσικῶν, ἀποκρυφιστικῶν, ἢ θρησκευτικῶν δογμάτων, ἡ ἀλήθεια τῶν ὁποίων ἔχει σχέση μὲ κάποιο εἶδος θρησκευτικῆς, ἢ μεταφυσικῆς πίστης, γεγονὸς ποὺ εἶναι ἀναφαίρετο δικαίωμα καὶ ψυχικὴ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ δυνατότητα ὕπαρξης προφητειῶν εἶναι ἀποδεκτὴ φιλοσοφικά, ἐφόσον πέρα ἀπὸ κάθε ἐπιστημονικὴ ἀναζήτηση, ὑπάρχει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιδέχεται καμιὰ ἐπιστημονικὴ ἐπεξεργασία ἢ διερεύνηση. Ό Θεὸς γιὰ ὅλους τοὺς πολιτισμούς, ἀποτελεῖ φύση καὶ ἔννοια ὑπέρλογη καὶ μεταφυσική, τὴν ὁποία τείνουμε νὰ προσεγγίσουμε μέσῳ προσωπικῶν ψυχικῶν καὶ συναισθηματικῶν κριτηρίων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπόκεινται σὲ ὑπαρκτοὺς ἐπιστημονικοὺς κανόνες.
Παρ᾿ ὅλα τὰ προηγούμενα, πολλὲς φορὲς κατὰ τὴ διάρκεια τῶν αἰώνων, ὑπῆρξαν περιπτώσεις ταύτισης τῶν ἐννοιῶν τῆς «ἐπιστημονικῆς πρόβλεψης» καὶ τῆς «προφητείας».
Ἡ ταύτιση αὐτή, ὁπότε συναντᾶται, ὀφείλεται κυρίως ἀτοὺς παρακάτω δυὸ παράγοντες:
α) Σὰν πρῶτο παράγοντα μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὴν ἐπιστημονικὴ ἢ κοινωνικὴ σκοπιμότητα τῆς περιόδου.
Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ πρόβλεψη τῶν ἡλιακῶν καὶ σεληνιακῶν ἐκλείψεων ἀπὸ τοὺς Βαβυλωνίους καὶ Αἰγυπτίους ἱερεῖς. Οἱ προβλέψεις αὐτῶν τῶν γεγονότων, ὅσον ἀφορᾷ στοὺς ἀστρονόμους - ἱερεῖς, ἦταν ἐπιστημονικές, ἐφόσον ἦταν γνωστὰ τὰ φυσικὰ αἴτια καὶ οἱ νόμοι τοῦ ἐπαναλαμβανόμενου κύκλου τῶν φαινομένων αὐτῶν.
Ἡ προαναγγελία ὅμως τῶν ἐκλείψεων, ὅσον ἀφορᾷ τὸ λαό, ὁ ὁποῖος ἀγνοοῦσε τὰ αἴτια καὶ τοὺς νόμούς τους, φάνταζε ὡς προφητεία. Λόγω τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, οἱ ἐκλείψεις ἀποτελοῦσαν γιὰ τὶς μάζες, ὑπερφυσικὲς ἐκφράσεις τῆς βούλησης τῶν ἑκάστοτε θεῶν τους.
β) Ἕνας δεύτερος παράγοντας ὑπῆρξε ἡ ἀνθρώπινη ἐπιπολαιότητα. Στὴν περίπτωση αὐτή, ἡ σύγχυση τῶν ἐννοιῶν ἔχει σὰν στόχο, τὴν ἀνάδειξη κάποιων ἀμφιλεγόμενων ἀπόψεων, προκειμένου αὐτὲς νὰ γίνουν ἀποδεκτὲς ἀπὸ τὸ εὐρὺ κοινό. Ἡ ἐπιπολαιότητα αὐτὴ μετατρέπεται σὲ ἐγκληματικὴ σκοπιμότητα, ἂν μέσῳ αὐτῆς τῆς ταύποης ἐπιχειρεῖται ἡ ἐσκεμμένη παραπλάνηση τοῦ κοινοῦ, μὲ ἀπώτερο στόχο τὴ δόξα ἢ τὸν ἀνθρώπινο πλοῦτο.
Ὅσον ἀφορᾷ στὴν Ἀστρολογία, οἱ στόχοι τοὺς ὁποίους ὑπηρετεῖ ἡ ἐσκεμμένη ταύτιση τῶν ἐννοιῶν «ἐπιστημονικὴ πρόβλεψη» καὶ «προφητεία», καθὼς καὶ ἡ χρησιμοποίηση ἐπιστημονικῶν ὅρων χωρὶς τὸ ἐννοιολογικό τους περιεχόμενο, ποικίλουν ἀνάλογα μὲ τὴν ἐποχή.
5. Πέρα ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴ γνώση
Πέρα ὅμως ἀπὸ τὰ θέματα γνώσης, ἡ ἔννοια ἐπιστήμη συμπεριλαμβάνει ἕνα σύνολο κανόνων ἤθους, τοὺς ὁποίους ὁ ἐπιστήμονας πρέπει νὰ ἀποδέχεται καὶ νὰ ἐφαρμόζει. Ἄπό τους κανόνες αὐτοὺς διακρίνουμε τρεῖς, τοὺς πιὸ σημαντικούς:
α) Τὴν ἐπίγνωση τῆς δυνατότητας σφάλματος. Εἶναι σὲ ὅλους γνωστὸ ὅτι ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα, ὅπως τὴν ὁριοθετήσαμε στὰ προηγούμενα, ἔχει ζωὴ μόλις 300 περίπου ἐτῶν.
Ἡ μικρὴ αὐτὴ ζωὴ τῆς ἀποδεικτικῆς ἐπιστημονικῆς σκέψης, ἔχει πείσει τοὺς ἐπιστήμονες ὅτι αὐτὰ ποὺ δὲν γνωρίζουν, γύρω ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς νόμους καὶ τὰ συμπαντικὰ γεγονότα, εἶναι ἀπείρως περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ γνωρίζουν. Ὅμως καὶ γι᾿ αὐτὰ ἀκόμα τὰ γεγονότα ἢ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται γνωστὰ καὶ διερευνημένα, ἡ ἐπιστήμη διατηρεῖ σχετικὲς ἀνθρώπινες ἐπιφυλάξεις, ἀναγνωρίζοντας τὴν δυνατότητα ἀνθρώπινου σφάλματος, ἢ κακῆς ἀνθρώπινης ἐκτίμησης τῆς εὐρύτητας ἢ ποιότητα τῶν φυσικῶν παραμέτρων ποὺ ἐπιδροῦν στὴ γέννηση, ἢ στὴν ἐξέλιξη τῶν φαινομένων.
Ή ἐπίγνωση τῆς περιορισμένης ἀνθρώπινης γνώσης καὶ τῆς πιθανότητας σφάλματος ἔχει σὰν ἀποτέλεσμα, ὁ ἐπιστήμονας νὰ εἶναι σεμνὸς καὶ ταπεινός, ἀναγνωρίζοντας τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων τοῦ Σωκράτη: «ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα» (ἕνα γνωρίζω ὅτι τίποτα δὲν γνωρίζω).
Τὸν βασικὸ αὐτὸ ἐπιστημονικὸ κανόνα δὲν ἀποδέχεται στὴν πράξη ἡ Ἀστρολογία. Οἱ ἀστρολόγοι, ὄντας ὑπερόπτες, διαπνέονται ἀπὸ τὴ βεβαιότητα ὅτι ὅλα ὅσα πιστεύουν εἶναι μοναδικὰ καὶ μὴ ἐπιδεχόμενα τροποποιήσεων ἢ σφαλμάτων. Μὲ λίγα λόγια, αὐτὸ ποὺ φαίνεται νὰ πιστεύει ἡ Ἀστρολογία εἶναι ἀντίθετο μὲ τὴν ρήση τοῦ Σωκράτη καὶ μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ μὲ ἕνα ἀντίθετο ρητό, «ἓν οἶδα ὅτι τὰ πάντα οἶδα» (ἕνα γνωρίζω, ὅτι γνωρίζω τὰ πάντα).
Ἀναγνωρίζοντας ὅμως οἱ ἐπιστήμονες ὅτι δὲν γνωρίζουν τὰ πάντα, δὲν εἶναι διατεθειμένοι νὰ ἀποδεχθοῦν χωρὶς ἔρευνα καὶ ἀποδεικτικὸ ὑλικό, ὁτιδήποτε προτείνεται ἀπὸ ὁποιονδήποτε, πιεζόμενοι ἀπὸ κοινωνικές, προσωπικὲς ἢ πολιτικὲς προκαταλήψεις, ἀποβλέποντας ἁπλὰ σὲ ὠφελιμιστικὰ ἀνταλλάγματα πλούτου ἢ δόξας. Πόσο μᾶλλον δὲν προτίθεται ἡ ἐπιστήμη νὰ ἀναγνωρίσει γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὰ ἐπιστημονικῆς ἐπιβεβαίωσης, ἀλλὰ ἀντιτίθενται στὴν ἤδη ὑπάρχουσα γνώση.
Οἱ ἐπιστήμονες ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἀποδεχθοῦν ὅτι ἔχουν ἄδικο σὲ κάποιες ἀπόψεις τους, ἐνῷ δὲν ἔχουν κανένα ἐνδοιασμὸ νὰ ἐρευνήσουν καὶ νὰ διατυπώσουν ἀλήθειες ποὺ θέτουν σὲ ἀμφισβήτηση καὶ αὐτὰ ἀκόμα τὰ θεμέλια της σύγχρονης ἐπιστημονικῆς γνώσης.
Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη δὲν φοβᾶται νὰ συζητᾶ καὶ νὰ ἀναζητᾶ τὴν ἀλήθεια ὅσον ἄφορα τὴν ὕπαρξη καὶ τὴ φύση τῶν μελανῶν ὀπῶν, καὶ τῆς δυνατότητας μέσῳ τῶν διαδοχικῶν ὁριζόντων, ποὺ ἴσως ὑπάρχουν στὸ ἐσωτερικό τους, νὰ ὁδηγούμεθα πρὸς τὸ παρελθὸν ἢ τὸ μέλλον.
Δὲν ἔχει κανένα ἐνδοιασμὸ ἡ σύγχρονη Ἀστροφυσικὴ νὰ ἐρευνᾶ φιλοσοφικὰ καὶ ἐπιστημονικά, τὴν δυνατότητα ὕπαρξης ἑνὸς δεύτερου ἀντιπαράλληλου Σύμπαντος, τὸ ὁποῖο ἴσως συνυπάρχει μὲ τὸ δικό μας, χωρὶς ὅμως νὰ γίνεται ἀντιληπτὸ ἀπὸ ἐμᾶς. Τέλος ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη δὲν συγκρατεῖται ἀπὸ κανένα δόγμα προκειμένου νὰ συνεχίσει μὲ ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονὴ νὰ ἀναζητᾶ ἄλλους ἐξωγήινους πολιτισμοὺς στὰ μακρινὰ ἀστέρια τοῦ Σύμπαντος.
β) Ἡ διδασκαλικὴ εὐαισθησία. Ἡ διδασκαλικὴ εὐαισθησία, ἀποτελεῖ τὴν εἰδοποιὸ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ δάσκαλου ἐπιστήμονα - ἐρευνητῆ καὶ τοῦ ἐπαγγελματία - ἀστρολόγου.
Ὁ δάσκαλος ἐπιστήμονας, ἔχει ἀσφαλῶς μέσα του μία διαμορφωμένη ἀναπόδεικτη πίστη γιὰ τὴν ἀλήθεια ἢ ὄχι κάποιων φαινομένων ἢ γεγονότων. Ἡ πίστη αὐτὴ πηγάζει ἀπὸ τὴ φιλοσοφική, μεταφυσική, θρησκευτικὴ ἢ κοινωνικὴ συγκρότησή του σὰν ἀνθρώπου, καὶ ἀποτελεῖ κυρίαρχο στοιχεῖο τῆς ψυχικῆς καὶ πνευματικῆς του ὑπόστασης. Αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ τονιστεῖ εἶναι ὅτι πολλὲς φορὲς τὰ ἑκάστοτε ἐσωτερικὰ «πιστεύω» τοῦ ἐπιστήμονα, μπορεῖ νὰ εἶναι ἀντίθετα καὶ πρὸς αὐτὲς τὶς κυρίαρχες ἐπιστημονικὲς ἀπόψεις τῆς περιόδου. Τὴν πίστη του στὶς ἀπόψεις αὐτὲς ὁ ἐπιστήμονας δάσκαλος προσπαθεῖ, χρησιμοποιώντας κάθε ἐπιστημονικὸ μέσο, νὰ ἀποδείξει καὶ νὰ τεκμηριώσει.
Κατὰ τὴ διάρκεια ὅμως τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας, τὸ διδακτικὸ ἦθος. δὲν ἐπιτρέπει στὸν δάσκαλο ἐπιστήμονα νὰ διδάξει στοὺς μαθητές του, ἀλλὰ καὶ στὸ εὐρύτερο κοινό, τὶς ἐσωτερικές του ἀπόψεις, οἱ ὁποῖες μπορεῖ στὸ μέλλον νὰ ἀποδειχθοῦν λανθασμένες.
Ὁ ἐπιστήμονας δάσκαλος, δὲν θεωρεῖ ἠθικὸ νὰ χρησιμοποιεῖ τὸ προσωπικὸ καὶ ἐπιστημονικό του κύρος, ἢ ἀκόμα τὸ ψυχικὸ καὶ συναισθηματικὸ δέος ποὺ πολλὲς φορὲς προκαλοῦν τὰ ἄδυτα τοῦ συμπαντικοῦ μυστηρίου, προκειμένου νὰ λύσει, μέσῳ τῶν μαθητῶν του, προσωπικὰ προβλήματα ὑλικῆς του ἀποκατάστασης, ἢ κοινωνικῆς προβολῆς καὶ ἐπιβεβαίωσης.
γ) Ὁ σεβασμὸς στὸν παράγοντα «ἄνθρωπος». Ἕνα γεγονὸς ὅμως τὸ ὁποῖο θὰ πρέπει νὰ σημειώσουμε εἶναι ὅτι τὴν γνώση ὁ ἐπιστήμονας πρέπει νὰ τὴν χρησιμοποιεῖ μὲ τρόπο ὥστε νὰ γίνεται σεβαστὴ ἢ νοητική, συναισθηματική, ψυχικὴ καὶ βιολογικὴ ἰδιαιτερότητα κάθε ἄνθρωπου. Ἡ ἐπιστήμη δὲν εἶναι αὐτοσκοπός, ἀλλὰ μέσον ἀνάπτυξης τῶν φυσικῶν, νοητικῶν, ψυχικῶν καὶ συναισθηματικῶν δυνατοτήτων τοῦ ἀνθρώπου.
Σάν παράδειγμα ἀναφέρουμε τὴν πρακτικὴ τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης. Ἂν καὶ σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἕνα σύνολο ἀνθρώπων πάσχει ἀπὸ τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἀσθένεια, τὸ εἶδος καὶ ἡ ποσότητα τοῦ φαρμάκου διαφέρει ἀπὸ ἀσθενῆ σὲ ἀσθενῆ. Ἡ ἐν γένει ἰατρικὴ ἀγωγὴ εἶναι συνάρτηση εἰδικότερων βιολογικῶν ἢ καὶ ψυχικῶν δυνατοτήτων καθενὸς ξεχωριστὰ καὶ καθορίζεται μὲ προσοχὴ ἀπὸ τὸν θεράποντα ἰατρό, μετὰ ἀπὸ προσεκτικὴ ἀνάλυση τῆς εἰκόνας τοῦ συγκεκριμένου ἀσθενῆ.
Εἶναι ἀδιανόητη γιὰ τὴ σύγχρονη ἰατρικὴ ἐπιστήμη, κάθε γενικευμένη καὶ ἀόριστη δήλωση, στὰ μέσα μαζικῆς ἐνημέρωσης, π.χ. τῆς μορφῆς «ἂν πάσχεις ἀπὸ ἕλκος τοῦ στομάχου πάρε τὸ τάδε φάρμακο στὴν τάδε δοσολογία».
Ὁμοίως ὁ θεράπων ἰατρός, γιὰ τοὺς ἴδιους λόγους, ἀποκαλύπτει σὲ διαφορετικὸ βαθμὸ καὶ μὲ διαφορετικὸ τρόπο γιὰ κάθε ἀσθενῆ, τὴν σοβαρότητα καὶ τὴν πιθανὴ τελικὴ ἐξέλιξη τῆς ἀῤῥώστιας του.
Ἀντίθετα, οἱ ἀστρολόγοι δὲν δείχνουν τὴν ἴδια εὐαισθησία στὴν ἰδιαιτερότητα τῆς φύσης κάθε ἀνθρώπου.
Γιὰ παράδειγμα, ἐνῷ πιστεύουν (σωστὰ ἢ ὄχι) ὅτι ἡ ἁπλὴ γνώση τοῦ εἴδους τοῦ ζῳδίου δὲν εἶναι ἀρκετὴ προκειμένου νὰ κάνουν σωστὴ πρόβλεψη ποὺ νὰ ἀφορᾷ τὴ ζωὴ κάποιου συγκεκριμένου ἀνθρώπου (χρειάζεται τὸ ἔτος, ἡ ἡμέρα καὶ ἡ ὥρα γέννησης) χωρὶς κανέναν ἐνδοιασμὸ κάνουν ἀστρολογικὲς προβλέψεις ὀτὰ μέσα μαζικῆς ἐνημέρωσης, στηριζόμενοι μόνο στὸ ζώδιο κάθε ἀνθρώπου, ἀδιαφορώντας γιὰ τὶς ὅποιες ψυχικὲς ἢ συναισθηματικὲς ἐπιπτώσεις μποροῦν νὰ ἔχουν οἱ ἀτελεῖς, σύμφωνα μὲ τὴν Ἀστρολογία, ἀπόψεις τους γιὰ τὸ ἀφελὲς ἀκροατήριο ποὺ τοὺς παρακολουθεῖ.
Ἀστρολογία - οἰκονομικὴ ἀπάτη. Γιὰ νὰ κερδίσουμε στὸ ΛΟΤΤΟ, ἐκτὸς ἀπὸ 1.000 δραχμές, ὁ Ἀστρολόγος - «ἐπιστήμονας» ζητάει καί... τὸ νούμερο τοῦ παπουτσιοῦ μας!!!
6. Κάποιες τελικὲς σκέψεις.
Μετὰ ὅλα τὰ προηγούμενα ἡ προσωπική μας, μὴ ἀλάνθαστη, ἄποψη εἶναι ὅτι ἡ Ἀστρολογία στὴν ἐφαρμοσμένη μορφή της, ἄσχετα τοῦ ἂν εἶναι ἀληθινὴ ἢ ὄχι ἡ γνώση ποὺ ἐπαγγέλλεται, διακρίνεται ἀπὸ μιὰ σειρὰ ἀδυναμιῶν, ὅπως:
α) Χρησιμοποιεῖ ἐπιστημονικοὺς ὅρους, προκειμένου νὰ περιγράψει φαινόμενα ἄσχετα μὲ ἐκεῖνα ποὺ οἱ ὅροι αὐτοὶ ἔχουν συμφωνηθεῖ νὰ περιγράφουν ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴ κοινότητα
β) Δὲν ἀποδέχεται τὴν πιθανότητα σφάλματος, ὁρισμένων βασικῶν της θέσεων.
γ) Δὲν διαπνέεται ἀπὸ τὴν ποιότητα τῆς ἐπιστημονικῆς διδασκαλικῆς εὐαισθησίας καὶ τέλος,
δ) Δὲν σέβεται τὴν ἰδιαιτερότητα τῆς φύσης, τῆς ψυχῆς καὶ τῆς εὐαισθησίας, ξεχωριστὰ κάθε ἀνθρώπου.
Οἱ τέσσερις αὐτὲς ἀδυναμίες, δημιουργοῦν βάσιμες ἐντυπώσεις ὅτι ἡ Ἀστρολογία, ἄσχετα ἂν εἶναι σωστὲς ἢ ὄχι οἱ θέσεις της πάνω σὲ ἕνα σύνολο φαινομένων (γεγονὸς ποὺ θὰ σχολιάσουμε στὴ συνέχεια), δὲν διαπνέεται, οὔτε σέβεται τὴν ἐπιστημονικὴ δεοντολογία. Καὶ μόνο τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὴν κάνει ἐπιστημονικὰ ἀφερέγγυα, μηδενίζοντας τὴ δυνατότητα, τῆς ἔστω καὶ φιλοσοφικῆς ἐπαφῆς της μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ κοινότητα.
ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑ: Θρησκεία ἢ Ἐπιστήμη;
Σύντομη Ἱστορικὴ ἀναδρομή
α) Στὴν ἀρχαία Βαβυλώνα.
Ἀρχίζοντας μία σύντομη πορεία στὶς Ἱστορικὲς ρίζες τῆς Ἀστρολογίας, εἶναι ἐνδιαφέρον νὰ σταθοῦμε καὶ νὰ ἐξετάσουμε τὸ περιεχόμενο κάποιων παρεξηγημένων ἐφαρμογῶν τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσης τῶν Βαβυλωνίων, ποὺ θεωροῦνται, κατὰ κάποιον τρόπο, οἱ πατέρες τῆς Ἀστρολογίας.
Ὅπως εἶναι γνωστό, πρῶτοι οἱ Βαβυλώνιοι μελέτησαν τὸν ἔναστρο οὐρανὸ καὶ κατέγραψαν μὲ ἐπιμέλεια τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀστρονομικῶν παρατηρήσεων ποὺ διεξήγαγαν κατὰ τὴ διάρκεια πολλῶν ἑκατονταετηρίδων.
Οἱ μακρόχρονες αὐτὲς παρατηρήσεις, ἰδίως τῶν γνωστῶν τότε πλανητῶν, τῆς Σελήνης καὶ τοῦ Ἥλιου, τοὺς ἔδωσαν τὴ δυνατότητα νὰ συνάγουν σαφῆ συμπεράσματα, γιὰ τὴν κίνηση ἄλλα καὶ τὰ αἴτια ποὺ δημιουργοῦν πολλὰ ἀστρονομικὰ φαινόμενα, ὅπως εἶναι οἱ ἡλιακὲς καὶ σεληνιακὲς ἐκλείψεις.
Ἰδιαίτερα σημείωσαν τὴν περιοδικότητα ἀρκετῶν ἀστρονομικῶν φαινομένων, ἐκτὸς τῶν ἐκλείψεων, ὅπως εἶναι ἡ περιοδικότητα τῶν φάσεων τῶν πλανητῶν καὶ ἡ ἐπιτολὴ κάποιων ἀστεριῶν, ὅπως ὁ Σείριος. Γιὰ διευκρινιστικοὺς λόγους ἀναφέρουμε ὅτι ἐπιτολὴ ἑνὸς ἀστεριοῦ θεωροῦμε τὸ φαινόμενο τῆς ταυτόχρονης ἀνατολῆς του μὲ τὸν Ἥλιο.
Ἀστρολογία, τὸ νόθο τέκνο τῆς Ἀστρονομίας.
(Ξυλογραφία τοῦ A. Durher, 1504).
Μὲ βάση τὰ προηγούμενα, μποροῦμε νὰ ὑποστηρίξουμε ὅτι ἡ ἀστρονομικὴ γνώση τῶν Βαβυλωνίων, ὅπως καὶ ἡ πρόβλεψη διαφόρων οὐράνιων φαινομένων, ὑπῆρξε ἐπιστημονική, τουλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ στοὺς ἀστρονόμους - ἱερεῖς. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι κανένας Βαβυλώνιος ἀστρονόμος - ἱερέας, δὲν πίστευε ὅτι οἱ θεοὶ μποροῦσαν, κατὰ τὸ δοκοῦν, χωρὶς συγκεκριμένη γενικότερη φυσικὴ αἰτία, νὰ ὁδηγοῦν τὰ φυσικὰ φαινόμενα, ἔξω ἀπὸ τοὺς γενικοὺς συμπαντικοὺς φυσικοὺς νόμους. Γιὰ τοὺς Βαβυλώνιους, ἔργο τῶν θεῶν ἦταν ἡ συγκρότηση τῶν γενικῶν, ἀρχικῶν, συμπαντικῶν νόμων, μέσα στὰ πλαίσια τῶν ὁποίων ὄφειλαν νὰ λειτουργοῦν καὶ αὐτοί, σὲ κάθε περίπτωση ὑλικῆς ἔκφρασής τους.
Στηριγμένοι στὴν προηγούμενη ἐπιστημονικὴ θεώρηση τῶν φυσικῶν πραγμάτων, οἱ Βαβυλώνιοι δόμησαν μιὰ ἄκρως ἐπιστημονικὴ ἄποψη ποὺ συνοψίζεται στὶς πιὸ κάτω δυὸ ἀρχές:
α) Τὸ Σύμπαν ὑπακούει σὲ γενικοὺς συμπαντικοὺς ἀναλλοίωτους φυσικοὺς κανόνες. Μεταξὺ τῶν κανόνων αὐτῶν, γιὰ τοὺς Βαβυλώνιους, σημαντικότατος ἦταν ὁ κανόνας τῆς περιοδικότητας τῶν φαινομένων. Ὡς ἐκ τούτου ἡ περιοδικότητα τῶν φάσεων τῆς Σελήνης, τῆς Ἀφροδίτης ἢ τῆς ἐπιτολῆς του Σειρίου ἀποτελοῦσαν καθοριστικὲς ἐκφράσεις ἑνὸς γενικότερου συμπαντικοῦ κανόνα.
Αὐτὸ ὅμως ποὺ θέλουμε νὰ τονίσουμε εἶναι ὅτι ὅλα τὰ προηγούμενα, ἀποτελοῦσαν μέρος τῆς ἀποκλειστικῆς ἀπόκρυφης γνώσης τῶν Βαβυλωνίων ἀστρονόμων -ἱερέων καὶ δὲν εἶχαν καμιὰ σχέση μὲ τὰ μυθοπλαστικὰ σχήματα ποὺ διδάσκονταν στὸ λαό, μὲ στόχο τὴν διαιώνιση τῆς κυριαρχίας τῶν εἰδωλολατρικῶν ἱερατείων πάνω στὶς μάζες.
β) Ὅσον ἀφορᾶ τὸν ἄνθρωπο, οἱ Βαβυλώνιοι πίστευαν ὅτι, ἐφόσον ἀποτελεῖ μέρος τῆς συμπαντικῆς δημιουργίας, θὰ ἔπρεπε οἱ λειτουργίες του νὰ ὑπακούουν σὲ κανόνες περιοδικότητας, ποὺ πιθανὸν νὰ συνέπιπταν μὲ τὴν περιοδικότητα κάποιων οὐράνιων φαινομένων.
Γιὰ νὰ γίνουμε πιὸ σαφεῖς, οἱ Βαβυλώνιοι δὲν πίστευαν ὅτι τὰ οὐράνια φαινόμενα ἦταν ἐκεῖνα ποὺ ὁδηγοῦσαν τὸ πεπρωμένο τοῦ ἄνθρωπου, ἢ καθόριζαν τὶς ψυχικὲς ἢ βιολογικὲς λειτουργίες του. Ἁπλῶς πίστευαν ὅτι ὑπῆρχε πιθανότητα, οἱ συμπαντικοὶ κανόνες ποὺ ἀναγκάζουν τὰ οὐράνια φαινόμενα νὰ ἐπαναλαμβάνονται στὴ διάρκεια τοῦ χρόνου, νὰ μποροῦν νὰ ἐκφράζονται καὶ στὴν περίπτωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τοὺς ἴδιους χρονικοὺς ρυθμούς.
Τὴ σκέψη τοὺς αὐτὴ οἱ Βαβυλώνιοι, σὰν γνήσιοι πρόγονοι τῶν σύγχρονων ἐπιστημόνων ἐρευνητῶν, προσπάθησαν νὰ ἀποδείξουν μὲ ἕνα τρόπο ποὺ ἔβαζε τὰ θεμέλια τῆς σημερινῆς στατιστικῆς ἐπιστήμης. Εἰδικότερα κατέγραψαν, γιὰ πολὺ μεγάλα χρονικὰ διαστήματα, τὰ χαρίσματα ἢ τὴν προσωπικὴ ἐξέλιξη τῶν κατοίκων τῆς μικρῆς περιοχῆς ποὺ μποροῦσαν νὰ ἐλέγξουν. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ προσπαθοῦσαν νὰ διαπιστώσουν ἂν τὰ γεγονότα αὐτὰ συνδέονταν, ὄχι μὲ αὐτὰ καθεαυτὰ τὰ ἀστέρια, τοὺς πλανῆτες καὶ τὶς κινήσεις τους, ἀλλὰ μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους τῆς συμπαντικῆς περιοδικότητας στοὺς ὁποίους ὑπάκουαν καὶ τὰ οὐράνια αὐτὰ σώματα.
Θετικὴ ἀπάντηση στὴν προσπάθεια αὐτῆς τῆς σύνδεσης, ὅπως γνωρίζουμε μέχρι σήμερα ἀπὸ τὶς ἀρχαιολογικὲς ἀνακαλύψεις, δὲν δόθηκε ἀπὸ τοὺς Βαβυλώνιους ἢ ἀργότερα ἀπὸ τοὺς Αἰγυπτίους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνταν κληρονόμοι τῆς γνώσης τῶν πρώτων.
Ἡ ἀδυναμία μιᾶς τέτοιας συσχέτισης, ἔχει πλέον ἀποδειχθεῖ καὶ ἐπιστημονικὰ ἀπὸ τὸν Γάλλο στατιστικολόγο Μισὲλ Γκωκελέν.
Ἂς ρίξουμε ὅμως μιὰ ματιὰ στὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς ἔρευνας.
Ὅπως γνωρίζουμε, σύμφωνα μὲ τὴν ἀστρολογικὴ θεωρία, ὅταν ὁ πλανήτης Ἄρης βρίσκεται σὲ κάποιες συγκεκριμένες θέσεις κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς γέννησης ἑνὸς ἄνθρωπου, τὸν προικοδοτεῖ, ἀνάλογα μὲ τὴ θέση τοῦ αὐτή, μὲ μιὰ τάση νὰ στραφεῖ πρὸς τὰ ἐπαγγέλματα τοῦ ἐπιστήμονα, τοῦ στρατιωτικοῦ ἢ τοῦ ἀθλητῆ ἀντίστοιχα.
Ὁ Γάλλος στατιστικολόγος, συνέλεξε ἕνα πολὺ μεγάλο τυχαῖο δεῖγμα, ἐπιστημόνων, στρατιωτικῶν καὶ ἀθλητῶν, διερευνώντας ταυτόχρονα σὲ πόσες περιπτώσεις οἱ ἀστρολογικὲς αὐτὲς συνθῆκες πληροῦνται.
Ἂν τὸ ποσοστὸ τοῦ τυχαίου γεγονότος ποὺ μποροῦσε νὰ προσδιοριστεῖ μαθηματικά, διέφερε ἀπὸ τὸ ποσοστὸ τῶν ἀστρολογικὰ ὀρθῶν περιπτώσεων πάνω ἀπὸ 6%, ποὺ εἶναι τὸ ἐλάχιστο στατιστικὸ σφάλμα, τότε θὰ ἔπρεπε ν᾿ ἀντιμετωπίσουμε τὴν ἀστρολογικὴ αὐτὴ ὑπόθεση μὲ ἰδιαίτερη προσοχή.
Τὰ ἀποτελέσματα τῆς στατιστικῆς αὐτῆς ἔρευνας, ὅπως καταγράφονται πιὸ κάτω, δὲν συνηγοροῦν ὑπὲρ τῶν ἀστρολογικῶν ἀπόψεων, ἀλλὰ ὑπὲρ τοῦ τυχαίου γεγονότος.
Τέλος αὐτὸ ποὺ θὰ πρέπει νὰ τονίσουμε εἶναι ὅτι ὁ Γάλλος στατιστικολόγος ἔκανε τὴν πιὸ πάνω ἔρευνα μὲ στόχο νὰ ἀποδείξει τὴν ἀλήθεια τῶν ἀστρολογικῶν ἰσχυρισμῶν!
Γιὰ νὰ διαφανεῖ ὅμως ἡ σοβαρότητα μὲ τὴν ὁποία ἀντιμετωπίζει ἡ ἐπιστήμη τὴ διερεύνηση ὅλων τῶν φυσικῶν ὑποθέσεων, ἀσχέτως προέλευσης, θὰ θέλαμε νὰ σημειώσουμε ἀκόμα μερικὰ γεγονότα:
Ἡ ἐπιστημονικὴ κοινότητα δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ διερευνᾶ τὴ βαβυλωνιακὴ ἄποψη, περὶ ὑπάρξεως κάποιων συμπαντικῶν ρυθμῶν στοὺς ὁποίους ὑπακούουν οἱ βιολογικὲς καὶ ψυχικὲς διαδικασίες τῶν γήινων ὀργανισμῶν.
Ἔτσι ἡ σύγχρονη Βιολογία ἔχει καταλήξει ἀρχικὰ σὲ κάποια ἐπιστημονικὰ συμπεράσματα ποὺ ἐπιδέχονται ὅμως μιὰ περαιτέρω διερεύνηση.
Σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιστημονικὲς αὐτὲς ἀπόψεις, ἡ γήινη Βιολογία ὑπακούει στοὺς πιὸ κάτω βιολογικοὺς ρυθμούς, οἱ ὁποῖοι βέβαια εἶναι ἄσχετοι μὲ τὴν ἐξέλιξη καὶ φύση κάποιων οὐράνιων φαινομένων.
Ἡμερήσιος βιολογικὸς ρυθμός. Τὸν βιολογικὸ αὐτὸ ρυθμὸ ἀκολουθοῦν οἱ λειτουργίες:
- Τοῦ κύκλου ὕπνου καὶ ἐγρήγορσης,
- Τῆς μεταβολῆς τῆς θερμότητας τοῦ σώματος (min μεταξὺ 1 π.μ. καὶ 7 π.μ.).
- Τῆς κυτταρικῆς διαίρεσης (max. κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύκτας).
- Τὸν ἀριθμὸ τῶν αἰμοσφαιρίων (max. παραγωγῆς κατὰ τὶς πρωινὲς ὧρες).
- Τῆς νεφρικῆς ἀπέκκρισης ἄχρηστων προϊόντων (max. μέσον της ἡμέρας).
- Τῆς ἔκκρισης τῶν ἐπινεφριδίων (min. κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου καὶ max. τὸ πρωί).
- Τοῦ καρδιακοῦ παλμοῦ (min. μεταξὺ 10 μ.μ. καὶ 7 π.μ.).
28ήμερος βιολογικὸς ρυθμός. Ὁ βιολογικὸς αὐτὸς ρυθμός, παρουσιάζει γενικὰ περιοδικότητα, ἴση ἀριθμητικὰ μὲ τὴν περιοδικότητα τῶν σεληνιακῶν φάσεων, χωρὶς νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτήν. Τὸν ρυθμὸ αὐτὸν ἀκολουθοῦν οἱ λειτουργίες:
Τῆς γυναικείας γονιμότητας. Ἡ διαφορετικὴ ὅμως γιὰ κάθε γυναίκα ἡμερολογιακὴ ἀρχὴ τῆς περιόδου αὐτῆς, ἡ ὁποία δὲν συνδέεται μὲ κάποια συγκεκριμένη φάση τῆς Σελήνης, κάνει φανερὴ τὴν ἀνεξαρτησία τῆς λειτουργίας αὐτῆς ἀπὸ τὰ σεληνιακὰ φαινόμενα.
Οἱ λειτουργίες πολλῶν θαλασσίων ὀργανισμῶν, οἱ ὁποῖοι γιὰ λόγους αὐτοσυντήρησης ἐναρμονίζουν τὶς βιολογικὲς διαδικασίες τους σύμφωνα μὲ τὰ φαινόμενα τῆς πλημμυρίδας καὶ ἀμπώτιδας, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ δυναμικὰ φαινόμενα ἀλληλεπίδρασης τῶν μαζῶν Γῆς καὶ Σελήνης.
Τέλος, ἡ ἐπιστήμη καὶ ἰδιαίτερα ἡ ψυχιατρικὴ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ διερευνᾶ τὴ δυνατότητα ἐμφάνισης ψυχικῶν διαταραχῶν κατὰ τὴ διάρκεια κάποιων σεληνιακῶν φάσεων.
Ἐποχιακὸς βιολογικὸς ρυθμός. Ἡ γήινη βιολογία γιὰ λόγους αὐτοσυντήρησης ἐναρμονίζεται μὲ τὶς ἐποχιακὲς κλιματολογικὲς συνθῆκες. Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρουμε τὴν περίπτωση τῶν ἀποδημητικῶν πτηνῶν.
Ἡλιακὸς βιολογικὸς ρυθμός. Ὁ βιολογικὸς αὐτὸς ρυθμὸς εἶναι ὁ μόνος ὁ ὁποῖος ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτὴν καθεαυτὴν τὴ φύση τοῦ ἄστρου τῆς μέρας.
Τὰ τελευταῖα χρόνια οἱ ἀστρονόμοι ἔχουν διαπιστώσει τὴν ὕπαρξη μιᾶς συνεχοῦς σωματιδιακῆς ἀκτινοβολίας ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν Ἥλιο. Τὸ ρεῦμα τῶν σωματιδίων, ποὺ ἀποτελεῖται κυρίως ἀπὸ ἠλεκτρόνια καὶ πρωτόνια τὰ ὁποῖα μεταφέρουν πολὺ μεγάλες ἐνέργειες (100 keV), τὸ ὀνομάσαμε «ἡλιακὸ ἄνεμο». Ὁ ἡλιακὸς ἄνεμος στὴν κίνηση τοῦ παρασύρει τὸ ἡλιακὸ μαγνητικὸ πεδίο ὀτᾶ ὅρια τῆς γήινης ἀτμόσφαιρας, διαταράσσοντας τὸ γήινο μαγνητικὸ πεδίο. Ἐξ ἄλλου ἔχει ἀποδειχθεῖ ὅτι οἱ μεταβολὲς τῆς ἡλιακῆς δραστηριότητας, μεταφερόμενες μέσῳ τοῦ ἡλιακοῦ ἀνέμου, ἐπιδροῦν ἄμεσα στὴν τροπόσφαιρα, διαμορφώνοντας ἔτσι σὲ μεγάλο βαθμὸ τὶς κλιματολογικὲς συνθῆκες πολλῶν περιοχῶν τῆς Γῆς.
Τέλος, αὐτὸ ποὺ θέλουμε νὰ σημειώσουμε εἶναι ὅτι ἡ ἔνταση ὅλων αὐτῶν τῶν φαινομένων ἀκολουθεῖ ἕναν ἡλιακὸ κύκλο 11ετοῦς περιοδικῆς δραστηριότητας ὁ ὁποῖος δὲν κρύβει πλέον πολλὰ μυστικὰ γιὰ τὴ σύγχρονη Ἀστροφυσική.
Μετὰ ἀπ᾿ ὅλα τὰ προηγούμενα, γίνεται φανερὸ ὅτι μέσα σὲ κάθε ὀργανισμὸ λειτουργεῖ ἕνα «βιολογικὸ ρολόι» ποὺ ἐναρμονίζει τὶς λειτουργίες του μὲ τὴν ἐξέλιξη ἄλλων γεγονότων τὰ ὁποῖα συντελοῦνται στὸ περιβάλλον του.
Ὁ Isaac Harary καὶ οἱ συνεργάτες τοῦ στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Καλιφόρνιας, προσπαθώντας νὰ ἐξηγήσουν τὴ λειτουργία τοῦ βιολογικοῦ ρολογιοῦ, διαπίστωσαν ὅτι σχεδὸν τὸ 1% τῶν κυττάρων κάθε ὀργανισμοῦ πάλλονται ρυθμικά, χωρὶς κανένα ἐμφανὲς ἐξωτερικὸ ἐρέθισμα. Πολλαπλασιαζόμενα καὶ ἀναπτυσσόμενα τὰ κύτταρα αὐτά, δημιουργοῦν ἕνα παλλόμενο πλέγμα νηματίων ποὺ ἁπλώνονται πρὸς τὰ ἄλλα κύτταρα ἀναγκάζοντάς τα νὰ πάλλονται καὶ αὐτὰ μὲ τὸν ἴδιο ρυθμό. Ἡ λειτουργία αὐτή, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ ὁμάδα ποὺ προαναφέραμε, ἀποτελεῖ τὸ αἴτιο τῆς λειτουργίας τοῦ «βιολογικοῦ ρολογιοῦ», τὸ ὁποῖο σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ φύση ἢ τὴ θέση τῶν οὐράνιων σωμάτων.
β) Ἡ συμβολὴ τῆς Ῥωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας
Συνεχίζοντας τὴν περιήγησή μας στὶς ἱστορικὲς ρίζες τῆς Ἀστρολογίας δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τονίσουμε τὴν τεράστια συμβολὴ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας στὴ γιγαντιαία ἐξάπλωση τῶν ἀστρολογικῶν ἰδεῶν.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους ὑποστηρικτὲς τῆς Ἀστρολογίας ὑπῆρξε ὁ φραγκισκανὸς μοναχὸς Ῥογῆρος Βάκων, ἄσχετα ἂν ἀργότερα, λόγω ἄλλων ἀνεξαρτήτων ἐπιστημονικῶν μελετῶν του, θεωρήθηκε σὰν ἕνας ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης.
Ἡ πραγματικὴ ὅμως ταύτιση Ἀστρολογίας καὶ Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπετεύχθη ἀπὸ τοὺς Δομινικανοὺς μοναχούς, μέσῳ τοῦ ἐξέχοντος μέλους τῆς μοναστικῆς τάξης, τοῦ Ἀλβέρτου τοῦ Μεγάλου της Κολωνίας.
Τὸ «TIME-LIFE» στὸν τόμο «Ἡ ἀλήθεια γιὰ τὴν Ἀστρολογία» ἀναφέρει:
«... Περὶ τὸ 1500 μ.Χ. οἱ πάπες συμβουλεύονταν τοὺς ἀστρολόγους μὲ ὅλο τὸ ζῆλο ἑνὸς κοσμικοῦ κυβερνήτη. Τὸ ἐνδιαφέρον τῶν παπῶν δὲν περιορίστηκε στὴν ἀπρόσωπη φυσικὴ ἀστρολογία, ἀλλὰ ἑστίασαν τὴν προσοχή τους στὴ γενέθλια, τὴν ἐκλογικὴ καὶ τὴν ὡριαία ἀστρολογία, ἀφοῦ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο πίστευαν ὅτι θὰ μάθουν τὴν προσωπική τους τύχη».
Ἡ παπικὴ καὶ ἡ βασιλικὴ ἐξουσία ἀντάμειβε τοὺς ἀστρολόγους πλουσιοπάροχα. Αὐτὸς ὅμως ποὺ γοητεύτηκε ἀπὸ τὴν Ἀστρολογία περισσότερο ἀπὸ ὅλους τοὺς πάπες τῆς Ῥώμης ἦταν ὁ Παῦλος ὁ III, ἀρχηγὸς τῆς Ῥωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀντι-μεταῤῥύθμισης.
Μὲ τὴν ἄνοδο τοῦ Παύλου III στὸν παπικὸ θρόνο, ἔφθασε στὸ Βατικανὸ ὁ προσωπικὸς ἀστρολόγος του Λουκᾶς Γκουαρίκο, τὸν ὁποῖο ἀργότερα ὁ πάπας ἔχρισε ἐπίσκοπο. Τὸν χειροτονηθέντα ἐπίσκοπο Λουκᾶ Γκουαρίκο ὁ πάπας ἀντικατέστησε μὲ κάποιον ἄλλον ἀστρολόγο, τὸν Μάριο Ἀλτέριο.
Τὴν τυφλὴ πίστη τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας στὶς ἀστρολογικὲς δοξασίες, μαρτυροῦν οἱ διώξεις τῶν ἀστρονόμων τῆς περιόδου ἐκείνης ὅπως τῶν Τζιορντάνο Μπροῦνο, Κοπέρνικου καὶ Γαλιλαίου ἀπὸ τὴν καθολικὴ Ἱερὰ Ἐξέταση καὶ πολλῶν ἄλλων οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζαν ὀρθὲς ἀστρονομικὲς ἀπόψεις, ὅπως τὴν ἡλιοκεντρικὴ θεωρία, οἱ ὁποῖες ἦταν ἀντίθετες, ὅπως θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια, μὲ βασικὲς ἀστρολογικὲς δοξασίες.
Τὴν ταύτιση τῆς Ῥωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν Ἀστρολογία μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἀπὸ τὴν παρουσία ἀστρολογικῶν παραστάσεων καὶ συμβόλων σὲ πάρα πολλοὺς παλαιοὺς καθολικοὺς ναούς. Σὰν παράδειγμα ἀναφέρουμε τὸ ναὸ τῆς Σὰρτρ στὴν Γαλλία, τὴν ἐκκλησία τῆς Γκροπίνα, τὸ Ἄββαεῖο Βεζέλεϋ στὴ Γαλλία, τὸ Βαπτιστήριο τῆς Πάρμα καὶ τὴ μητρόπολη τῆς Ἀμιένης στὴ Γαλλία.
Γαλιλαῖος, ὁ πρῶτος ποὺ παρατήρησε
τὸν οὐρανὸ μὲ τηλεσκόπιο.
γ) Ἀστρολογία καὶ ἀποκρυφισμός
Καθὼς προχωροῦσε ὁ 19ος αἰώνας οἱ ἀστρονομικὲς ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλες φυσικὲς ἀνακαλύψεις εἶχαν καταφέρει συντριπτικὰ κτυπήματα στὸ οἰκοδόμημα τῶν ἀστρολογικῶν ἰδεῶν τῆς περιόδου.
Ἀκριβῶς ἐκείνη τὴν ἐποχή, ἡ Ἀστρολογία, ψάχνοντας ἐρείσματα ἐπιβίωσης καὶ μὴ μπορώντας πλέον νὰ τεκμηριώσει ἐπιστημονικὰ τὶς ἀπόψεις της, ἄρχισε νὰ συνδέεται μὲ τὸν ἀποκρυφισμό. Πατέρες αὐτῆς τῆς προσέγγισης ὑπῆρξαν οἱ Μόρισον καὶ Σίλμπι. Ἡ σύνδεση ὅμως τῆς Ἀστρολογίας μὲ ἄλλες ἀπόκρυφες, ὅπως λέγονται, παραδόσεις καὶ δοξασίες κορυφώθηκε τὸ 1875 μὲ τὴν ἵδρυση τῆς Θεοσοφικῆς Ἐταιρίας ἀπὸ τὴν Ῥωσίδα ἀποκρυφίστρια Ἕλενα Πετρόβνα Μπλαβάτσκι καὶ τὸν Ἀμερικανὸ Χένρι Σ. Ὄλκοτ.
Στόχος τῆς Ἐταιρίας αὐτῆς ἦταν ἡ ἀναζήτηση τῆς γνώσης τῆς φύσης καὶ τῶν ἰδιοτήτων τῆς Ὑπέρτατης Δυνάμεως.
Ἂν καὶ ἡ Ἀστρολογία ἦταν μόνο ἕνα μικρὸ μέρος τῆς Θεοσοφίας, περὶ τὸ 1890 ἀπετέλεσε τὸν κυρίαρχο στόχο τοῦ Ἄγγλου Γουίλιαμ Φρέντερικ Ἀλαν Λήο, ὁ ὁποῖος, μέσῳ φτηνῶν ἐκδόσεων, ἔκανε γνωστὴ τὴ θεοσοφικῆ ἄποψη τῆς Ἀστρολογίας στὸ εὐρὺ κοινό.
Ἡ θεοσοφικὴ αὐτὴ ἄποψη μὲ τὴν ὀνομασία «Ἐσωτερικὴ Ἀστρολογία» ἀποτελεῖ τὸ βασικὸ θεωρητικὸ καὶ φιλοσοφικὸ ὑπόβαθρο τῆς ἐφηρμοσμένης Ἀστρολογίας ἡ ὁποία ὀνομάζεται «ἐξωτερικὴ Ἀστρολογία» ἢ «Ἀστρολογία πρόβλεψης».
Ἀστρονομία καὶ Ἀστρολογία.
Μιὰ διένεξη αἰώνων.
Τὸ ἀστρολογικὸ κοσμοείδωλο
1. Τί εἶναι, τελικά, ἡ Ἀστρολογία;
Προκειμένου νὰ δοθεῖ, τελικά, ἡ πραγματικὴ διάσταση τοῦ προβλήματος «Ἀστρολογία», πιστεύουμε ὅτι δὲν πρέπει νὰ χαθοῦμε στὸν λαβύρινθο τῶν ἔντεχνων ἀστρολογικῶν ὅρων. Ἡ λύση εἶναι νὰ ἀπαντήσουμε σὲ ἕνα πρωταρχικὸ ἐρώτημα ποὺ ἀσφαλῶς θὰ σημαδέψει τὴν ροὴ τῶν τελικῶν μας ἀπόψεων. Τὸ ἐρώτημα εἶναι: «Τί εἶναι τελικὰ ἡ Ἀστρολογία; Τέχνη, Ἐπιστήμη ἢ Φιλοσοφικὴ Ἐνόραση;».
Ἀντὶ νὰ ἐκφράσουμε, πάνω στὸ θέμα αὐτὸ προσωπικὲς ἀπόψεις, εἶναι ἐνδιαφέρον νὰ μεταφέρουμε τὴν ἄποψη - θέση τοῦ βαθὺ γνώστη τῆς Ἐσωτερικῆς Ἀστρολογίας, καὶ πεισμένου γιὰ τὴν ἀποτελεσματικότητά της, Manly Hall, ὅπως τὴν διατυπώνει στὸ πολὺ ἐνδιαφέρον βιβλίο τοῦ «The Philosophy of Astrology» (Ἡ φιλοσοφία τῆς Ἀστρολογίας): «Ἡ Ἀστρολογία χωρίζεται σὲ δυὸ ξεχωριστὲς ἐπιστῆμες· τὴν ἐσωτερικὴ καὶ ἐξωτερικὴ Ἀστρολογία. Ἡ ἐσωτερικὴ ἐπιστήμη τῆς Ἀστρολογίας ἀσχολεῖται μὲ τὰ μυστήρια του ἴδιου του κόσμου, μὲ τὴν πνευματική, διανοητική, ἠθικὴ καὶ φυσικὴ χημεία τοῦ κόσμου. Αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς Ἀστρολογίας εἶναι τὸ κλειδὶ γιὰ τὶς μεγάλες ἀντιστοιχίες τῆς ἀρχαίας δοξασίας τοῦ Μακρόκοσμου καὶ τοῦ Μικρόκοσμου. Ἡ ἐσωτερικὴ Ἀστρολογία εἶναι θρησκεία, στὸ βαθμὸ ποὺ ἀποκαλύπτει τὴν ἀνατομία καὶ τὴν ψυχολογία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι φιλοσοφία, στὸ βαθμὸ ποὺ ἀναλύει τὴ λογικὴ τῆς ὕπαρξης καὶ τὶς διανοητικὲς καὶ ἠθικὲς σχέσεις ἀνάμεσα στὰ πράγματα. Ἡ ἐσωτερικὴ Ἀστρολογία εἶναι ἐπιστήμη στὸ βαθμὸ ποὺ ἀποκαλύπτει, μὲ μαθηματικὴ ἀκρίβεια, τὸ παγκόσμιο πρότυπό της ζωῆς καὶ τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα τὸ ἀνθρώπινο ὂν ἐνσωματώνεται στὸ πλέγμα τοῦ παγκόσμιου πρότυπου».
Σὲ ἕνα ἄλλο σημεῖο τοῦ βιβλίου τοῦ Manly Hall δίνεται ἡ τελικὴ θέση πάνω στὸ ἐρώτημα τί εἶναι Ἀστρολογία: «... Ἡ Ἀστρολογία εἶναι κάτι περισσότερο ἀπὸ τέχνη ἢ ἐπιστήμη. Εἶναι ἕνα ὅραμα τῶν πραγματικοτήτων καὶ περιλαμβάνει μιὰ φιλοσοφικὴ πεποίθηση σχετικὰ μὲ τὴν οὐσία τοῦ κόσμου. Εἶναι μιὰ θρησκεία, γιατί, ἀπὸ ὅλες τὶς ἐπιστῆμες, εἶναι ἡ μόνη ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ ἀνακαλύψει τὶς πνευματικές, νοητικὲς καὶ ἠθικὲς δυνάμεις ποὺ περιέχονται μέσα στὶς ἀκτίνες ἐνέργειας, ποὺ κυλοῦν ἀπὸ τὰ πιὸ μακρινὰ μέρη τοῦ διαστήματος, δημιουργώντας, συντηρώντας καὶ ἐξελίσσοντας τὶς μορφὲς μὲ τὶς ὁποῖες εἶναι γεμάτο τὸ διάστημα».
Αὐτὸ ὅμως ποὺ ἔχει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον εἶναι ἡ ἐπισήμανση ἀπὸ τὸν συνεπῆ φιλόσοφο ἀστρολόγο Manly Hall ὅτι οἱ ἀστρολογικὲς θεωρίες καὶ ἀπόψεις δὲν ἐπιδέχονται ἐπιστημονικῆς ἀπόδειξης. Ὅπως ἀναφέρει: «... Ἡ ἀστρολογία δὲν μπορεῖ ν᾿ ἀποδειχθεῖ ἐπιστημονικά, παρὰ μόνο ὅταν ἡ ἴδια ἡ ἐπιστήμη ἀποκτήσει ἐπίγνωση τῶν ὑπερφυσικῶν κόσμων καὶ τὶς ἐπιδράσεις τους πάνω στὶς τάξεις τῆς ὑλικῆς ζωῆς».
Ή ἀπάντηση, λοιπόν, στὸ κυρίαρχο ἐρώτημά μας, «τί εἶναι ἡ Ἀστρολογία» ἔχει δοθεῖ μὲ τὸν πιὸ ἐπίσημο τρόπο. Ἡ Ἀστρολογία κύρια εἶναι θρησκεία καὶ ὡς ἐκ τούτου στηρίζεται σὲ ἀρχὲς οἱ ὁποῖες δὲν μποροῦν νὰ κριθοῦν καὶ νὰ μελετηθοῦν μέσῳ τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας καὶ λογικῆς.
Ἡ Ἀστρολογία, ὅπως θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια, στηρίζει τὰ δόγματά της πάνω σὲ ἕνα φιλοσοφικὸ - θρησκευτικὸ ὑπόβαθρο τὸ ὁποῖο, ὅπως ἀναπόδεικτα πιστεύει, ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ ἑρμηνεύσει φιλοσοφικὰ καὶ μεταφυσικὰ τὸ σύνολο τῶν ἐπιστημονικῶν φαινομένων καὶ γεγονότων καθὼς καὶ τῶν ἀναπάντητων ἐρωτημάτων τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς φιλοσοφίας.
Ἀποτέλεσμα ὅλων τῶν προηγουμένων εἶναι, «οἱ θετικὲς ἐπιστῆμες νὰ μὴ ἔχουν οὐδεμία σχέση μὲ τὴν Ἀστρολογία, τῆς ὁποίας οἱ ἀρχὲς δὲν ἐπιδέχονται ἐπιστημονικὴ κριτικὴ καὶ ἔρευνα». Δημιουργώντας ὅμως μιὰ διαχωριστικὴ γραμμὴ ἀνάμεσα στὴν Ἀστρολογία καὶ τὶς θετικὲς ἐπιστῆμες πρέπει νὰ τονίσουμε ὅτι ἡ Ἀστρολογία σὰν ἁπλὴ φιλοσοφική, θεολογικὴ ἢ μεταφυσικὴ ἐνόραση θὰ ἀποτελεῖ πάντα γιὰ τοὺς διανοητὲς καὶ ἐρευνητὲς τῆς ἱστορίας τῆς φιλοσοφίας, ἕνα θελκτικὸ καὶ ἐπιθυμητὸ πεδίο ἀναζήτησης.
Ἀστερισμοὶ τοῦ βόρειου ἡμισφαιρίου τοῦ οὐρανοῦ.
Ἀπὸ ξυλογραφία τοῦ A. Durher (1515).
Rosenwald Collection, National Gallery of Art, Washington DC
2. Τὸ μοντέλο τοῦ ἀστρολογικοῦ κόσμου
Ἔχοντας ἐπισημάνει στὰ προηγούμενα ὅτι ἡ Ἀστρολογία δὲν ἀποτελεῖ ἐπιστήμη καὶ ὅτι ἡ χρησιμοποιούμενη ἀπὸ αὐτὴν ὁρολογία, δὲν ἐκφράζει τοὺς ἀντίστοιχους ἐπιστημονικοὺς ὅρους, ποὺ ὅλοι γνωρίζουμε, εἶναι ἐνδιαφέρον, γιὰ ἱστορικοὺς λόγους, νὰ ἀναφερθοῦμε σὲ κάποιες βασικὲς ἰδέες τοῦ μοντέλου τοῦ ἀστρολογικοῦ κόσμου. Αὐτὸ ὅμως τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ τονίσουμε εἶναι ὅτι οἱ ἰδέες αὐτὲς δὲν τεκμηριώνονται ἐπιστημονικὰ καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὴ σημερινὴ ἀστρονομικὴ ἢ ἐν γένει φυσικὴ ἀλήθεια.
Ἡ πρώτη ἀρχικὴ παραδοχὴ τοῦ ἀστρολογικοῦ κοσμοειδώλου εἶναι ὅτι ὁ πλανήτης μας, ἡ Γῆ, βρίσκεται στὸ κέντρο τοῦ πλανητικοῦ μας συστήματος. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἂν καὶ σήμερα εἶναι πλέον ἀποδεδειγμένη ἡ ἀλήθεια τοῦ ἡλιοκεντρικοῦ συστήματος, ἡ Ἀστρολογία παραμένει στὴν παραδοχὴ τοῦ γεωκεντρικοῦ μοντέλου.
Γύρω ἀπὸ τὴ Γῆ, σύμφωνα μὲ τὸ γεωκεντρικὸ αὐτὸ μοντέλο, περιφέρονται οἱ πέντε γνωστοὶ στὴν ἀρχαιότητα πλανῆτες, Ἑρμῆς, Ἀφροδίτη, Ἄρης, Δίας καὶ Κρόνος καθὼς καὶ ἡ Σελήνη καὶ ὁ Ἥλιος οἱ ὁποῖοι, ἀναληθῶς βέβαια, θεωροῦνται σὰν πλανῆτες(!).
Αὐτὸ ποὺ ἔχει ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι μὲ τὸν ὄρο Γῆ ἡ Ἀστρολογία δὲν περιγράφει τὸν πλανήτη Γῆ, ἀλλὰ τὴ γενικὴ ἔννοια τῆς ὕλης. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ μᾶς δημιουργεῖ τὸ ἐρώτημα ἂν ἡ Ἀστρολογία γνωρίζει ὅτι ἀπὸ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ὕλη εἶναι δομημένοι καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι πλανῆτες καθὼς ὁ Ἥλιος καὶ Σελήνη.
Ἡ συνέχεια ὅμως εἶναι ἀκόμα πιὸ μπλεγμένη καὶ ἀκατανόητη ἐπιστημονικά.
Οἱ ἑπτὰ πλανητικὲς τροχιὲς ποὺ περιβάλλουν τὴ Γῆ στὸ γεωκεντρικὸ σύστημα, σύμφωνα μὲ τὸν Manly Hall, εἶναι ζῶνες, ἢ πεδία μαγνητικῆς ἐνέργειας, ἐνῷ ὅλες μαζὶ ἀποτελοῦν τὴν ψυχὴ τοῦ κόσμου (;). Ἡ ὁρολογία βέβαια μαγνητισμὸς καὶ ἐνέργεια δὲν ἐκφράζει τὰ ἀντίστοιχα φυσικὰ φαινόμενα. Ἡ σημαντικότερη ὅμως περιοχὴ τοῦ Σύμπαντος γιὰ τὴν Ἀστρολογία, βρίσκεται πέραν τοῦ πλανητικοῦ συστήματος καὶ εἶναι ἡ μεγάλη οὐράνια σφαίρα πάνω στὴν ὁποία πιστεύεται, τουλάχιστον θεωρητικά, ὅτι βρίσκονται οἱ ἀπλανεῖς ἀστέρες.
Ἐνδιαφέρον ὅμως εἶναι νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι, τὰ οὐράνια σώματα χωρίζονται σὲ τρεῖς γενικὲς κατηγορίες, τὴ Γῆ, τοὺς πλανῆτες καὶ τοὺς ἀπλανεῖς. Οἱ τρεῖς αὐτὲς ὁμάδες ἀντικειμένων, σύμφωνα μὲ τὴν ἐσωτερικὴ Ἀστρολογία, ἀποτελοῦν τὶς κύριες πηγὲς τῆς καθαρῆς πνευματικῆς ἔνεργειας(;) τῆς φύσης καὶ ἐκφράζουν τὶς τρεῖς ἐκδηλώσεις τῆς Ὑπέρτατης Θεότητας, οἱ ὁποῖες εἶναι:
α) Τὸ πνεῦμα, ποὺ ἐκφράζεται ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἐνέργεια τῶν ἀπλανῶν.
β) Ἡ ψυχὴ τῶν πραγμάτων, ποὺ ἐκφράζεται ἀπὸ τὴ δυναμικὴ τῶν πλανητῶν, καὶ τέλος
γ) Τὸ σῶμα ὅλων τῶν πραγμάτων ποὺ ἐκφράζεται ἀπὸ τὴ Γῆ, νοούμενης σὰν ὕλης.
Ἡ γενικὴ ἀντίληψη τῆς σύνδεσης ὅλων αὐτῶν τῶν ἰδεῶν ἐκφράζεται στὸ ἑπόμενο διάγραμμα:
Ἡ διάσταση μέσα στὴν ὁποία ἐκδηλώνονται οἱ τρεῖς ἐκφράσεις τῆς ὑπέρτατης θεότητας ὀνομάζεται ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ Ἀστρολογία «Κόσμος».
Τὸ ἀστρολογικὸ συμπέρασμα ὅλων τῶν προηγουμένων εἶναι ὅτι «ὁ ἄνθρωπος ποῦ ζεῖ πάνω στὴ Γῆ γίνεται δέκτης τριῶν εἰδῶν ἐνέργειας(;): Πνευματικῆς ἐνέργειας, ἀπὸ τοὺς ἀπλανεῖς, φυσικῆς ἐνέργειας ποὺ ἀντανακλᾶται ἀπὸ τοὺς πλανῆτες καὶ στοιχειακῆς ἐνέργειας ἡ ὁποία πηγάζει ἀπὸ τὴ Γῆ. Ὅσον ἄφορα τὴν ἐνέργεια ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴ Γῆ καὶ τὸν κοντινό της ἐξωτερικὸ χῶρο ἡ Ἀστρολογία ἔχει ἄποψη. «Ἡ σύσταση τῆς Γῆς ἀποτελεῖται ἀπὸ ἑπτὰ ἠλεκτρισμένες ζῶνες(;), ποῦ ἡ μία καλύπτει τὴν ἄλλη μὲ τὴ μορφὴ τῶν ὁμόκεντρων στρωμάτων. Αὐτὲς οἱ ὁμόκεντρες ζῶνες κατὰ κάποιον ἀδιευκρίνιστο τρόπο μεταφέρουν ἐνέργειες ἀντίστοιχες μὲ ἐκεῖνες ποὺ φέρουν οἱ ἐνεργειακὲς τροχιὲς τῶν πλανητῶν».
Ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς Γῆς καὶ πρὸς τὰ ἔξω, ὑπάρχουν ἑπτὰ μαγνητικοὶ(;) δακτύλιοι, τῶν ὁποίων οἱ ἐνέργειες ἀντιστοιχοῦν καὶ αὐτές, κατὰ τρόπον ἄγνωστο, στὶς ἐνέργειες τῶν πλανητικῶν τροχιῶν.
Στὴν προσπάθειά της ἡ Ἀστρολογία νὰ περιγράψει τὰ δομικὰ συστατικά του Σύμπαντος, καταφεύγει σὲ ἀπόψεις ξεπερασμένες ποὺ προσεγγίζουν ἐκεῖνες τῶν φυσικῶν φιλοσόφων τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδας. Σύμφωνα μὲ τὴν Ἀστρολογία, τὸ Σύμπαν εἶναι δομημένο ἀπὸ πέντε (5) βασικὰ συστατικά, τὴ Γῆ (ὕλη), τὸ νερό, τὸ πῦρ, τὸν ἀέρα καὶ τὸν αἰθέρα, μιὰ οὐσία ποὺ ἐμποτίζει ἀόρατα καὶ συντηρεῖ ὅλα τὰ ἄλλα στοιχεῖα(;).
Τὸ ζωϊκὸ βασίλειο, σύμφωνα μ᾿ αὐτὲς τὶς ἀπόψεις, δημιουργεῖται ἀπὸ τὴ σύνδεση γῆς, νεροῦ καὶ πυρός, ἐνῷ ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπὸ γῆ, νερό, πῦρ καὶ ἀέρα.
Τὰ προηγούμενα στοιχεῖα εἶναι οἱ φορεῖς τῶν διαφόρων δυνάμεων(;) οἱ ὁποῖες ἐκπορεύονται ἀπὸ τ᾿ ἄστρα καὶ καθορίζονται ἀπὸ τοὺς πλανῆτες. Τὰ στοιχεῖα εἶναι οἱ ἀποθῆκες τῆς ἐξαρτημένης ζωτικότητας(;) καὶ ὡς ἐκ τούτου σύμφωνα μὲ τὴν ἐσωτερικὴ Ἀστρολογία, κάθε στοιχεῖο παρέχει κάποια ἠθικὴ ἢ νοητικὴ δύναμη πάνω στοὺς ὀργανισμούς, τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ συστατικὸ μέλος.
Τὸ ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι ἡ Ἀστρολογία ἀποδέχεται(;) ὅτι κάθε πλανήτης ἔχει μιὰ ἐνεργειακὴ συγγένεια(;) μὲ κάποιο στοιχεῖο.
Ἡ συγγένεια αὐτὴ περιγράφεται στὸν πιὸ κάτω πίνακα:
Ὅσον ἀφορᾷ στοὺς ζῳδιακοὺς ἀστερισμοὺς γιὰ τοὺς ὁποίους τόσος λόγος γίνεται στὶς ἡμέρες μας, ἡ Ἀστρολογία πιστεύει ὅτι ἀπὸ τὶς περιοχὲς αὐτὲς ἐκπορεύονται κοσμικὲς δυνάμεις(;) οἱ ὁποῖες ἐπηρεάζουν τὴ ζωὴ τῶν πλασμάτων τοῦ κόσμου. Προσοχὴ ὅμως, οἱ ζῳδιακοὶ ἀστερισμοὶ ἢ τὰ ζῴδια ὅπως τὰ ὀνομάζουν σήμερα, δὲν εἶναι οἱ «πηγὲς τῶν κοσμικῶν δυνάμεων, ἀλλὰ πόρτες» μέσῳ τῶν ὁποίων συγκεκριμενοποιοῦνται ἐντὸς τοῦ κόσμου μας δυνάμεις, ἐκπορευόμενες ἀπὸ ἄλλες διαστάσεις, ἀόρατες ἀπὸ ἐμᾶς.
Γιὰ τὴν ἱστορία ἀναφέρουμε ὅτι σύμφωνα μὲ τὸν ἀποκρυφισμό, ὁ ὁποῖος πλέον ἔχει συνδεθεῖ στενὰ μὲ τὴν Ἀστρολογία, ὅλη ἡ δημιουργία ἀποτελεῖται ἀπὸ 13 διαστάσεις. Οἱ ἕξι ἐξωτερικὲς εἶναι ὑλικὲς καὶ κυβερνῶνται ἀπὸ τὸν Διάβολο - Μπελιάλ, τὸν ἐκπεπτωκότα ἀρχάγγελο Ἰλώτα(;). Στὴν 7η διάσταση ἀρχίζει νὰ ἐκδηλώνεται ἡ ψυχή. Στὶς ὁ ἐσωτερικὲς διαστάσεις κυριαρχεῖ ἡ ἱεραρχία τῶν λευκῶν ἀρχαγγέλων, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν ἀρχάγγελο Μιχαήλ.
Ἀστερισμοὶ τοῦ νότιου ἡμισφαιρίου τοῦ οὐρανοῦ.
Ἀπὸ ξυλογραφία τοῦ A. Durher (1515).
Rosenwald Collection, National Gallery of Art, Washington DC
Ἐπανερχόμενοι στὶς ἀστρολογικὲς θεωρίες περὶ ζῳδίων, παρατηροῦμε ὅτι αὐτὰ πιστεύεται πὼς εἶναι χῶροι εἰσόδου ἐνέργειας(;) ἡ ὁποία συσχετίζεται μὲ τὴ φύση τῶν στοιχείων ποὺ δημιουργοῦν τὸν κόσμο. Ἡ ἀντιστοίχιση εἶναι ἡ πιὸ κάτω:
Ό αἰθέρας δὲν ἀναφέρεται ἐφόσον «μπαίνει» ἀπὸ ὅλα τὰ ζῴδια ἰσόποσα.
Ἔτσι ἡ Ἀστρολογία πιστεύει ὅτι ὅταν κάποιος πλανήτης προβάλλεται στὴν οὐράνια σφαίρα πάνω σὲ ζῴδιο τοῦ δικοῦ του στοιχείου, οἱ ἀντίστοιχες ἐνέργειες ἐκφράζονται πιὸ θετικά.
Ὅπως γίνεται σαφές, ἕνα συμπαντικὸ μοντέλο, σὰν αὐτὸ ποὺ περιγράψαμε προηγουμένως, δὲν ἐμπίπτει στὴ μελέτη καὶ τὴν ἔρευνα τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἕνα θεολογικὸ ἢ μεταφυσικὸ κοσμοείδωλο, τὸ ὁποῖο μόνο ἡ θεολογία καὶ ἡ φιλοσοφία μποροῦν νὰ ἀνιχνεύσουν.
Γιὰ νὰ γίνει ὅμως κατανοητὴ ἡ θεολογικὴ καὶ ὄχι ἡ ἀστρονομικὴ συγκρότηση ἑνὸς τέτοιου Σύμπαντος, εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ συνεχίσουμε τὴν ἀφήγησή μας.
Ὅπως ὅλοι πιστεύουμε ὅτι γνωρίζουμε, ἡ Ἀστρολογία, ὅπως τὴν ἀντιμετωπίζουμε σήμερα μέσα ἀπὸ τὰ περιοδικὰ καὶ τὰ σχετικὰ βιβλία, ἀποδέχεται τὴν ὕπαρξη ἑνὸς ζῳδιακοῦ κύκλου. Πάνω σ᾿ αὐτὸν εἶναι τοποθετημένοι οἱ ζῳδιακοὶ ἀστερισμοί, ἡ θέση τῶν ὁποίων κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς γέννησης τῶν ἀνθρώπων, χαρακτηρίζει καὶ σημαδεύει σὲ ἕνα ποσοστό, σύμφωνα μὲ τὶς ἀπόψεις τῆς Ἀστρολογίας, τὴ φυσιογνωμία καὶ τὶς δυνατότητές τους.
Αὐτὸ ὅμως ποὺ ὅλοι νομίζουμε ὅτι γνωρίζουμε δὲν εἶναι ἀκριβές. Σύμφωνα μὲ τὴν ἐσωτερικὴ Ἀστρολογία, ὑπάρχουν δυὸ ἐπάλληλοι ζῳδιακοὶ κύκλοι, πέραν τοῦ γνωστοῦ μας κύκλου ποὺ βρίσκεται ἀτὸ στερέωμα.
Ὁ πρῶτος ἀπὸ τοὺς ἄγνωστους ζῳδιακοὺς κύκλους ἀντιστοιχεῖ, κατὰ τὴν Ἀστρολογία, στὴν πρώτη δύναμη τῆς θεότητας(;) καὶ εἶναι ἡ πηγὴ ὅλων τῶν ἐνεργειῶν ποὺ ἐκδηλώνονται μέσῳ τῆς διαδικασίας τῆς δημιουργίας. Ὁ δεύτερος ἀντιστοιχεῖ στὸν κόσμο τῆς διάνοιας καὶ τοῦ πνεύματος.
Φθάνοντας ὅμως, ἔστω καὶ ἐν συντομίᾳ, στὸ τέλος τῆς περιγραφῆς τοῦ ἀστρολογικοῦ κοσμοείδωλου, θέλουμε ν᾿ ἀπαντήσουμε σὲ μιὰ βασικὴ ἐρώτηση, ποὺ ὅλοι μας κατὰ καιροὺς ἔχουμε διατυπώσει: Μὲ ποιὸν τελικὰ τρόπο πιστεύει ἡ Ἀστρολογία, ὅτι ἐπιδροῦν τ᾿ ἄστρα καὶ οἱ πλανῆτες στὴ διαμόρφωση τῆς προσωπικότητας ἢ τοῦ μέλλοντος τοῦ ἀνθρώπου;
Συνοπτικὰ ἀναφέρουμε ὅτι σύμφωνα μὲ ὅλα τὰ προηγούμενα, ἡ Γῆ κατὰ τὴν Ἀστρολογία περιβάλλεται ἀπὸ τὶς ὁμόκεντρες ἐνεργειακὲς σφαῖρες τῶν πλανητῶν, ποὺ καλύπτουν τὴ Γῆ σὰν ἐπάλληλα κουκούλια. Κάθε ἐνεργειακὴ σφαίρα λέγεται ὅτι κατοικεῖται ἀπὸ πνευματικὰ ὄντα καὶ ὅτι κυβερνιέται ἀπὸ ἕναν πλανήτη στὸ μέτρο ποὺ ἡ ἐνέργειά του ἐκφράζει κάποιο μέλος τῆς πνευματικῆς ἱεραρχίας, ποὺ πιὸ λαϊκὰ ὀνομαζόταν ἄγγελος ἢ ἀρχάγγελος.
Ἕνα πνεῦμα, προκειμένου νὰ ἐνσαρκωθεῖ σὰν ἄνθρωπος πάνω στὸν πλανήτη Γῆ, περνάει μέσα ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐνεργειακὲς σφαῖρες, ῥουφώντας τὶς πνευματικὲς δυνάμεις ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὸν ἀντίστοιχο πλανήτη. Τὸ τελευταῖο στάδιο αὐτῆς τῆς καθόδου ἦταν τὸ πέρασμα μέσῳ τῆς σφαίρας τῆς Σελήνης ποὺ βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ ἀρχάγγελου Γαβριήλ!
Τὸ μεγάλο ἐρώτημα
Πρὶν κλείσουμε ὅμως τὸν μικρὸ κύκλο τῶν σκέψεών μας πάνω στὸ μεγάλο θέμα τῆς Ἀστρολογίας, θὰ θέλαμε νὰ ἐκφράσουμε τὴν προσωπική μας ἄποψη πάνω σὲ ἕνα τελευταῖο μεγάλο καὶ βασανιστικὸ ἐρώτημα:
«Ἐφόσον εἶναι πασιφανὴς ἡ μὴ ἐπιστημονικὴ φύση τῆς Ἀστρολογίας καὶ τόσο προφανὴς ἡ προσπάθεια τῆς θεολογικῆς της συγκρότησης, γιατί αὐξάνει συνεχῶς τὸ ἀκροατήριό της, μεταξὺ τῶν «θρησκευόμενων» ἀνθρώπων ἢ ἐκείνων ποὺ σωστὰ ἢ ὄχι ἀναζητοῦν τὴ λυτρωτικὴ ἀπόδειξη καὶ τεκμηρίωση τῆς ὑπέρλογης θεϊκῆς δύναμης;».
Εὔκολες ἀπαντήσεις στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἔχουν δοθεῖ πολλές, ὅπως ἡ κακὴ ἀντιμετώπιση τοῦ θέματος ἀπὸ τὰ Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης, ἡ ἀφέλεια κάποιων συνανθρώπων μας ἢ ἀκόμα ἡ περίεργη καὶ ἀνεξήγητη ἕλξη, ποὺ ἀσκεῖ τὸ μυστήριο καὶ τὸ ἄγνωστο. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὰ προηγούμενα, δευτερογενῆ καὶ ἐπουσιώδη αἴτια, ἀναδύεται ἕνα τεράστιο κοινωνικὸ δεδομένο, ἄξιο προσοχῆς.
Ὅπως μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε, ἡ Ἀστρολογία, ὅπως καὶ μιὰ σειρὰ ἀπόκρυφων καὶ μαγικῶν τεχνῶν μεσαιωνικῆς προέλευσης, βρίσκουν εὔφορο ἔδαφος σὲ κοινωνίες ποὺ δὲν ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ δημιουργήσουν στὰ μέλη τοὺς τὴν αἴσθηση μιᾶς κοινωνικῆς, φυσικῆς, ψυχικῆς καὶ συναισθηματικῆς ἀσφάλειας. Οἱ πολίτες αὐτῶν τῶν κοινωνιῶν, βιώνοντας τὸ φόβο καὶ τὸ δέος τοῦ σωματικοῦ καὶ ψυχικοῦ τοὺς «αὔριο», ἀναζητοῦν τὴ γαλήνη καὶ τὴ στήριξη δυνάμεων ἀνώτερων τῆς κοινωνίας καὶ τῶν ἀνθρώπων.
Λόγω τοῦ προηγούμενου γεγονότος, ἀναφερόμενοι εἰδικότερα στὴν «πολιτισμένη» Δύση, κατὰ τὴ διάρκεια εἰρηνικῶν περιόδων ὑλικῆς εὐμάρειας, ὅπου οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὴν ψευδαίσθηση μιᾶς κοινωνικῆς, βιολογικῆς καὶ ψυχικῆς ἀσφάλειας, οἱ Ἐκκλησίες ὅλων τῶν θρησκειῶν καὶ δογμάτων ἀποψιλώνονται ἀπὸ ἀρκετοὺς πιστούς. Ὁμοίως «ἀναδουλειές» παρουσιάζει τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀστρολόγου.
Ἀντίθετα, σὲ περιόδους κοινωνικῶν ἢ ἰδεολογικῶν κρίσεων, ὅταν ἡ ἀνθρώπινη ἀνασφάλεια καὶ τὸ δέος τοῦ ἀνθρώπινου «αὔριο» γιγαντώνεται, οἱ ἄνθρωποι ἐπιστρέφουν στὸ Θεὸ ἀλλὰ ἀρκετοὶ καὶ στὴν Ἀστρολογία.
Μετὰ ὅλα τὰ προηγούμενα, νομίζουμε ὅτι εἶναι σαφὲς τὸ γιατί κατὰ τὴν περίοδο ποὺ διανύουμε, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ταχύτατη καὶ ἐπώδυνη κατάῤῥευση κοινωνιῶν καὶ ἰδεῶν, πολλοὶ ἄνθρωποι ἀναζητοῦν ἐκ νέου τὴ χαμένη αἴσθηση τῆς ἀσφάλειάς τους, στὴν ψευδαίσθηση καὶ τοὺς μύθους τῶν μαγικῶν καὶ ὑπέρλογων δυνατοτήτων τῆς Ἀστρολογίας καὶ τοῦ Ἀποκρυφισμοῦ.
Ὁμοίως, θὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσουμε τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ μεγάλου μέρους τῆς κοινωνίας στὴν ἀσφαλὴ καὶ δοκιμασμένη ἀγκαλιὰ τῆς προγονικῆς Ὀρθόδοξης Πίστης.
Ἀπὸ τὶς «Μικρὲς Ἀγγελίες» τοῦ ἡμερήσιου Τύπου:
Ἀστρολογία - φυλακτὰ - μαγεία - ἐρωτικὰ φίλτρα -
κοκκαλάκια τῆς νυκτερίδας - ἑπτάκοπο καλάμι.
Ὅλα μαζὶ καὶ μπερδεμένα. Ἡ Ἀστρολογία καὶ ὁ
Ἀποκρυφισμὸς ἀποτελοῦν πλέον ἔννοιες συνώνυμες.
Ἡ έλεια τοῦ λαοῦ πηγὴ κέρδους γιὰ κάποιους,
ποὺ θέλουν νὰ ὀνομάζονται αὐτάρεσκα «ἐπιστήμονες».
Μιὰ προσωπικὴ ἔκκληση
Ἂν καὶ πρὸς τὸ παρὸν αὐτὰ ποὺ ἦταν νὰ ποῦμε γιὰ τὴν Ἀστρολογία ἐλέχθησαν, θέλουμε νὰ μᾶς ἐπιτραπεῖ νὰ ἀπευθύνουμε μιὰ προσωπικὴ ἔκκληση σὲ δυὸ μεγάλες κατηγορίες ἀνθρώπων ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν Ἀστρολογία καὶ τὸν Ἀποκρυφισμό.
Ἀρχικὰ θέλουμε ν᾿ ἀπευθυνθοῦμε σ᾿ ἐκείνους τοὺς καταρτισμένους ἐπιστημονικὰ μελετητές, τοὺς ἕτοιμους νὰ ξεπεράσουν λογικὲς ἀρχὲς καὶ ἐπιστημονικὰ δόγματα. Ἐκείνους ποὺ μέσα στὰ σκοτεινὰ μονοπάτια τῆς Ἀστρολογίας καὶ τοῦ Ἀποκρυφισμοῦ ἀναζητοῦν τὸ φῶς νέων γνώσεων πάνω στὰ πεδία τοῦ φυσικοῦ καὶ ψυχικοῦ κόσμου.
Συνοδοιπόρε ἐρευνητή, τὸ γνωρίζουμε ὅτι πολὺ δύσκολα θὰ παγιδευτεῖς σὲ ψευδεῖς παραδείσους ἀναπόδεικτων ἐπιστημονικά, ψυχικῶν ἢ φυσικῶν φαινομένων.
Πιστεύοντας βαθειὰ στὴν ἀλήθεια τῆς ἀρχῆς «ἐρεύνα καὶ πίστευε», ἀργὰ ἢ γρήγορα ἔχεις ἐλπίδες νὰ ὁδηγηθεῖς στὴν ἀλήθεια τοῦ κόσμου σου, μόνο ἂν κατανοήσεις τὴν περιορισμένη φύση τοῦ ἀνθρώπινου μυαλοῦ, τὴν ἀπεραντοσύνη τῆς γνώσης, ἀλλὰ καὶ τὴ γαλήνη ποὺ προσφέρει ἡ μυστικὴ δύναμη τῆς ἀποδοχῆς τῆς ὑπέρλογης ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ.
Καὶ κάτι ἀκόμα. Ποτὲ μὴν ἐκβιάζεις, φίλε μας, τὸν ἐρχομὸ τῆς γνώσης. Ποτὲ μὴ τὴν κυνηγᾶς μὲ τὴν αἴσθηση τοῦ κατακτητῆ. Ἡ γνώση δὲν κατακτιέται. Συμφιλιώνεται μόνο μαζί σου καὶ σοῦ ἀποκαλύπτει τὶς ἀπόκρυφες πτυχές της, μόνο ὅταν εἶναι σίγουρη πὼς δὲν θὰ τὴν ἐκμεταλλευτεῖς, πὼς δὲν θὰ σταθεῖς καιροσκόπος καὶ φιλόδοξος τρυγητής της. Μάζευέ την κομμάτι - κομμάτι μὲ ἀγάπη καὶ πάθος. Μὴ παραπετᾶς καὶ μὴν ἀγνοεῖς τὰ κομμάτια της, ποὺ σήμερα δὲν καταλαβαίνεις τὴν ἀξία τους, τὰ κομμάτια ποὺ δὲν σὲ συμφέρει νὰ τὰ βρεῖς καὶ γι᾿ αὐτὸ τὰ προσπερνᾶς κάνοντας πὼς δὲν τ᾿ ἀναγνωρίζεις. Μὴ βιάζεσαι, περπατώντας τὰ μοναχικὰ μονοπάτια τῆς ἀπόλυτης γνώσης. Μὴ δειλιάζοντας μπροστὰ στὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καὶ πόνους, ὁ χρόνος τῆς ἄσκησης κάποτε θὰ συμπληρωθεῖ καὶ τότε μέσα σὲ μιὰ καὶ μόνη στιγμή, θὰ νιώσεις νὰ κατακλύζει κάθε πόρο τῆς φθαρτῆς σου ὕπαρξης, ἡ δύναμη τῆς αἰώνιας ἕνωσής σου μὲ τὴν ὑπέρτατη γνώση τοῦ Θεοῦ - Δημιουργοῦ σου. Τὰ κομματάκια τῆς γνώσης ποὺ μὲ τόση ἀγάπη καὶ ὑπομονὴ θὰ ἔχεις μαζέψει διασχίζοντας τὸν ἔρημο κόσμο σου, θὰ ἔχουν βρεῖ τὴ σωστή τους θέση στὸ πὰζλ τῆς ψυχῆς σου. Τότε, τὸ σῶμα σου, οἱ περιορισμένες δυνατότητες τῶν αἰσθήσεών σου, δὲν θὰ εἶναι πιὰ ἡ πηγὴ τῆς ἀδυναμίας σου νὰ ταξιδέψεις πρὸς τὴ γνώση τοῦ κόσμου, παρὰ ἡ εὐτυχισμένη δυνατότητα ποὺ σοῦ ἔχει δοθεῖ, νὰ μπορεῖς νὰ βιώσεις ἀξιοθαύμαστες ἐκδηλώσεις τῆς ψυχῆς σου.
Τέλος θέλουμε ν᾿ ἀπευθυνθοῦμε σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἀναζητοῦν στὴν Ἀστρολογία τὴ γαλήνη καὶ ἀσφάλεια ποὺ τοὺς ἀρνεῖται ἡ κλονισμένη κοινωνία μας. Ἀκόμα, στοὺς ἀκατάρτιστους ἐπιστημονικὰ μελετητές, οἱ ὁποῖοι τὶς περισσότερες φορὲς περιστασιακὰ ἀσχολοῦνταν μὲ θέματα Ἀστρολογίας καὶ Ἀποκρυφισμοῦ. Σ᾿ ὅλους αὐτοὺς θέλουμε νὰ ὑπενθυμίσουμε τὸ πόσο εὔκολο εἶναι νὰ ἐξαπατηθοῦν ἢ σὲ χειρότερες περιπτώσεις νὰ χάσουν μέσα στὸν σχηματιζόμενο ἱστὸ τοῦ ὑπερλόγου ἀποκρυφιστικοῦ δέους, τὴν ψυχικὴ καὶ συναισθηματικὴ ἰσοῤῥοπία ποὺ τοὺς ἔχει ἀπομείνει.
Φίλε μας, κατανοοῦμε τὴν κοινωνική, ψυχικὴ καὶ συναισθηματικὴ ἀναγκαιότητα ποὺ σὲ ὁδηγεῖ στὰ σκοτεινὰ μονοπάτια ποὺ διάλεξες. Γνώριζε ὅμως ὅτι κανεὶς δὲν πρέπει νὰ παίζει μὲ τὴ φωτιά, ἂν δὲν γνωρίζει αὐτὸς ὁ ἴδιος πῶς νὰ τὴ σβήνει.
Μὴ ἀναζητᾶς τὴ λύση τῶν προβλημάτων σου στὰ πλαίσια μιᾶς φυσικῆς γνώσης ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ κατανοήσεις!
Ὑπάρχει, ἑκτὸς τῆς γνώσης, κι ἕνας ἄλλος πιὸ σίγουρος δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴ λύτρωση. Ὁ δρόμος τῆς πίστης στὸ Θεό.
Ἡ ψυχικὴ καὶ συναισθηματικὴ ἀσφάλεια καὶ γαλήνη ποὺ ἀναζητοῦμε ἀπεγνωσμένα, δὲν βρίσκεται χαμένη μέσα στὴν ἄκριτη ἀποδοχὴ τῆς μαντείας τῶν μακρινῶν ἄστρων καὶ τοῦ ἀπόμακρου ζῳδιακοῦ τῶν σκοταδιστῶν τοῦ Μεσαίωνα!
Τὸν ἀναζητούμενο χαμένο παράδεισο τῆς παιδικῆς μας ἀθῳότητας, μποροῦμε νὰ τὸν ἀνακαλύψουμε πολὺ κοντά μας, βαθειὰ μέσα μας, ἂν ἀκολουθήσουμε τὸν δρόμο τῆς ἀναζήτησης τῆς πίστης πρὸς τὸν Θεὸ ποὺ ὑπάρχει μέσα καὶ γύρω μας. Τὴν πίστη αὐτὴ ποὺ μποροῦμε ν᾿ ἀντλήσουμε μονάχα ἀπὸ Αὐτὸν καὶ μόνο μέσῳ Αὐτοῦ!
Αναδημοσίευση από: Science
ΩΔΗΓΗΣΑΝ κάποτε στον Αββά Λογγίνο ένα δυστυχή δαιμονισμένο και τον παρακαλούσαν να τον κάνη καλά.
— Δεν έχω τέτοιο χάρισμα, έλεγε εκείνος με ταπεινοσύνη. Πηγαίνετε στον Αββά Ζήνωνα. Εκείνος με την προσευχή του μπορεί να διώξη το δαιμόνιο.
Πήγαν τον άνθρωπο στον Αββά Ζήνωνα. Εκείνος τον λυπήθηκε κι άρχισε να εξορκίζη το πονηρό πνεύμα να φύγη από το βασανισμένο πλάσμα.
Το διαμόνιο άρχισε ν' αγριεύη και ξαφνικά φώναξε στον Γέροντα:
— Μήπως νομίζεις πως για λόγου σου φεύγω; ο Αββάς Λογγίνος προσεύχεται αυτή τη στιγμή κι η δική του προσευχή δε μ' αφήνει να σταθώ. Σε σένα δε δίνω καμμία σημασία.
* * *
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ πάλι, που έπασχε από καρκίνο, επειδή είχε ακούσει την φήμη του αββά Λογγίνου, ξεκίνησε να πάη να τον βρη να της δώση την υγεία της. Καθώς τον γύρευε στην τύχη μέσα στην έρημο, συνάντησε ένα γέροντα Καλόγερο να κόβη ξύλα. Πήγε κοντά του και τον ρώτησε πού έμενε ο Αββάς Λογγίνος.
— Τι τον θέλεις; ρώτησε εκείνος. Σε συμβουλύω να μη πας, γιατί δεν είναι καλός άνθρωπος. Αλλά μήπως υποφέρεις από τίποτε;
Η δυστυχισμένη γυναίκα του έδειξε τότε μια ανοιχτή πληγή, που έβγαζε αφόρητη δυσοσμία. ο Καλόγερος τη σταύρωσε και της είπε:
— Γύρισε σπίτι σου κι ο Θεός θα σου δώση την υγεία σου. Ο Λογγίνος δεν μπορεί να σε βοηθήση σε τίποτε.
Έφυγε εκείνη, δίνοντας πίστι στα λόγια του αγνώστου. Ώσπου να φτάση σπίτι της δεν έμεινε ίχνος από τη φοβερή αρρώστια. Αργότερα έμαθε από τους Αδελφούς, πως εκείνος, που την είχε κάνει καλά με τέτοιο παράδοξο τρόπο, ήταν ο ίδιος ο Αββάς Λογγίνος.
(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)
ΘΕΛΟΝΤΑΣ να βεβαιωθούν οι Γέροντες, αν πραγματικά ήταν τόσο ταπεινός και πράος ο Αββάς Αγάθων, όσο τουλάχιστον φημιζόταν, πήγαν μια μέρα τάχα θυμωμένοι στο κελλί του και του φώναξαν:
— Εσύ είσαι ο Αγάθων, ο φαύλος κι υπερήφανος;
— Ναι, Πατέρες μου, τέτοιος είμαι, αποκρίθηκε εκείνος, χωρίς καν να ταραχθή.
— Και τολμάς να φλυαρής και να κατακρίνης τους αδελφούς; εξακολούθησαν οι άλλοι.
— Δίκιο έχετε, αλλά παρακαλέστε τον Θεό να μ' ελεήση, είπε πάλι ο ταπεινός Αγάθων.
— Και δε φτάνουν όλα αυτά, έγινες τώρα κι' αιρετικός.
— Α, όχι, αιρετικός δεν έγινα ακόμη, ύψωσε ζωηρά τη φωνή ο Αββάς, προς μεγάλη έκπληξι των ανακριτών του.
— Για εξήγησε μας, Αγάθων, του είπαν χαμογελώντας οι Γέροντες, γιατί δέχτηκες ευχαρίστως όλες τις άλλες κατηγορίες και τούτη την τελευταία δεν θέλησες να την παραδεχτής;
— Καλό είναι για την ψυχή μου, κι' ούτε κανένα βλάπτει, να με νομίζουν οι άλλοι φαύλο και φλύαρο, υπερήφανο και φιλοκατήγορο, αποκρίθηκε ο Όσιος. Αλλά να με νομίζουν αιρετικό, ζημιώνονται, και μένα χωρίζουν από τον Κύριό μου.
Οι Γέροντες θαύμασαν τη διάκρισί του και παραδέχτηκαν πως είχε δίκιο.
(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη εκδ. Λυδία)
ΚΑΠΟΙΟΣ Γέροντας αρρώστησε βαρειά και του κόπηκε η όρεξι. Ο υποτακτικός του για να τον ευχαριστήση, τον παρακάλεσε να του επιτρέψη να του φτιάξη μια μικρή πίττα. Μπροστά στην επιμονή του νέου, υποχώρησε ο Γέροντας και τον άφησε. Από τη βιασύνη του ο υποτακτικός έκανε λάθος κι αντί για μέλι, έρριξε στην πίττα λινέλαιο, που μεταχειρίζονται στο εργόχειρο τους.
Καθώς έβαζε λίγο στο στόμα του ο Γέροντας, κατάλαβε το λάθος του υποτακτικού, αλλά για να μη τον λυπήση, δεν είπε τίποτε. Εβίασε τον εαυτό του να φάγη, αλλ' ήταν αδύνατον. Το λινέλαιο έχει αηδιαστική γεύσι. Βλέποντάς τον ανόρεκτο ο νέος, τον εβίαζε να φάγη. Για να τον πείση, έβαλε κι αυτός λίγο στο στόμα του, λέγοντας:
— Είναι πολύ ωραία. Να, τρώγω κι εγώ.
Μα αμέσως κατάλαβε το λάθος που είχε κάνει κι έβαλε τις φωνές:
— Αλλοίμονο, σε θανάτωσα, Αββά. Και δε μου έλεγες τίποτε τόση ώρα;
— Μη στενοχωρείσαι, τέκνον μου, του είπε με καλωσύνη ο Όσιος. Αν ήθελε ο Θεός να φάγω πίττα, θα είχες βάλει μέσα μέλι.
(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη)
ΚΑΤΕΒΗΚΕ κάποτε στην πόλι ο Αββάς Μακάριος με τον υποτακτικό του. Στο δρόμο, που περπατούσαν, άκουσε ένα μικρό παιδί να λέη στη μητέρα του:
— Μητέρα, ένας πλούσιος μ' αγαπά, αλλά εγώ ούτε να τον ακούσω θέλω, κι ένας φτωχός με κατατρέχει κι εγώ τον αγαπώ.
Ο Γέροντας σταμάτησε και παρακολούθησε την παιδική κουβέντα με εξαιρετικό ενδιαφέρον.
— Άκουσες, τι είπε ο μικρός; ρώτησε τον μαθητή του.
— Ναι, αλλά είναι λόγια ανόητα, αποκρίθηκε εκείνος.
— Καθόλου μάλιστα, είπε τότε ο Όσιος. Σκέψου πώς ο Κύριος μας, πλούσιος σε έλεος, μας αγαπά κι εμείς τον παρακούμε. Κι ο διάβολος, άμοιρος από κάθε καλό και εχθρός μας άσπονδος, που μας μισεί και θέλει με κάθε τρόπο να μας βλάψη, κι εμείς τον ακολουθούμε και κάνομε όλα του τα θελήματα.
(Γεροντικόν,μοναχής Θοεδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)
Μετάφραση ενός αποσπάσματος από το ημερολόγιο της εικοσάχρονης Αμερικανίδας Ιωάννας Μίλλερ, που εκοιμήθη από λευχαιμία τον Αύγουστο του 2001.
Το κείμενο μας το εμπιστεύθηκε η μητέρα της Μαρία Μίλλερ, μαζί με την πληροφορία ότι η Ιωάννα είχε ζητήσει να λάβει το μοναχικό σχήμα.
«Ότι χίλια έτη εν οφθαλμοίς Σου, Κύριε, ως η ημέρα η εχθές ήτις διήλθε και φυλακή εν νυκτί» (Ψαλμός 89,4)
Είναι πάρα πολύ εύκολο να λησμονήσουμε την αλήθεια αυτών των λόγων καθώς και το πόσο γρήγορα αυτή η ζωή παρέρχεται. Ο κόσμος αυτός μπορεί να μας αναλώσει με τις υλικές ανάγκες του, τις υποχρεώσεις του και τη διασκέδαση, κάνοντάς μας να ξεχνούμε ότι βαδίζουμε σε τεντωμένο σχοινί πάνω από την απέραντη αιωνιότητα. Ανησυχούμε για τις ώρες, τις ημέρες, τα χρόνια, αλλά τι είναι όλα αυτά; Μήπως δεν είναι παρά μικροσκοπικές σταγόνες μέσα στον απέραντο ωκεανό της αιωνιότητας; Πού είναι η ειρήνη μας; Η απάντηση, φυσικά, βρίσκεται στον Χριστό.
Οι φτωχές μας ψυχές μπορεί να συνθλιβούν κάτω από την πίεση της μέριμνας για τον κόσμο τούτο, ώστε δεν απομένει παρά να κράζουμε προς τον Χριστό: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Εκείνος πάντοτε ακούει. Οι προσευχές μας ποτέ δε θα προσκρούσουν σε αυτιά που δεν ακούν. Με την ελάχιστη προσπάθεια, που θα κάνουμε να αγαπήσουμε τον Χριστό, Εκείνος μας κατακλύζει με το έλεός Του, αν και δεν γνωρίζουμε πάντα τις εκδηλώσεις του ελέους Του. Οι προσευχές μου συχνά δεν έχουν συνοχή και συγκέντρωση, αλλά ακόμα και αυτές τις μικρές ικεσίες ο Θεός τις ακούει. Καθ' όλη τη διάρκεια της ασθένειάς μου, η προσευχή υπήρξε η μόνη μου πηγή ειρήνης και υπομονής. Ο Θεός έχει τόσο πολύ έλεος να δώσει, αρκεί μόνο να το ζητήσουμε.
Ο καρκίνος, παρ' όλο που δε θα τον ευχόμουν για κανένα, είναι μία μεγάλη ευλογία για τη ζωή μου. Αν και έχει το τίμημά του στο κορμί μου και μπορεί να πάρει τη ζωή μου, εν τούτοις τρέφει την ψυχή μου. Αυτή η αρρώστια με διδάσκει πόσο παροδική είναι αυτή η ζωή. Επιπλέον ήλθε στη ζωή μου τη στιγμή που είχα αρχίσει να σκέφτομαι ότι κάθε τι ήταν υπό τον έλεγχό μου και ότι κάθε καλό στη ζωή μου ήταν αποτέλεσμα των δικών μου προσπαθειών. Στα δεκαεννιά μου αισθανόμουν σχεδόν αήττητη. Όταν έγινε η διάγνωση, αναγκάστηκα να αντικρύσω κατά πρόσωπο τη θνητότητα και να ρωτήσω τον εαυτό μου: «Εάν έφευγα τώρα, τι θα μπορούσα να παρουσιάσω που θα ευχαριστούσε τον Χριστό; Αξίζω άραγε του ελέους Του;» Με έκανε να εξετάσω την ψυχή μου και να συνειδητοποιήσω το πόσο σημαντικότερη είναι αυτή από το σώμα μου. Επίσης βλέποντας το πόσο ευμετάβλητη είναι η υγεία μου, ώστε από σώα και αβλαβής να κείτομαι στην πόρτα του θανάτου, μαθαίνω να σκέφτομαι το «υπεροράν μεν σαρκός, παρέρχεται γαρ, επιμελείσθαι δε ψυχής, πράγματος αθανάτου».
Ένα άλλο όφελος της ασθένειάς μου είναι η υποχρεωτική παύση της πολυάσχολης καθημερινότητάς μου, που μου άφησε αρκετό χρόνο για να σκεφθώ. Μέχρι να γίνει η διάγνωση, η ζωή μου ήταν πολυάσχολη και εντατική, καθόλου διαφορετική από τις ζωές πολλών ανθρώπων. Απασχολήσεις, όπως σπουδές στο κολλέγιο, σκέψεις για την επιλογή επαγγέλματος και εξοικονόμηση χρόνου για φίλους και οικογένεια, συμπλήρωναν ένα πλήρες πρόγραμμα. Σίγουρα δε σκεφτόμουν τον Χριστό όσο όλα αυτά τα πράγματα. Ο χρόνος μακριά από περιττούς περισπασμούς υπήρξε μεγάλη ευλογία, όταν τον αξιοποιώ έχοντας τα μάτια της ψυχής στραμμένα στον Χριστό. Περνώ ώρες μόνη και δεν έχω πολλή δύναμη. Έμαθα ότι, εάν δεν είμαι προσεκτική, εύκολα υποκύπτω σε πειρασμούς, όπως η απελπισία και το άγχος. Το να διατηρώ τον εαυτό μου σχετικά απασχολημένο επίσης βοηθεί. Στράφηκα σε δραστηριότητες όπως πλέξιμο, γράψιμο, διάβασμα, ζωγραφική σε γυαλί, ενώ προσπαθώ να προσεύχομαι, ώστε να γεμίζω κάθε ημέρα.
Διαπίστωσα επίσης ότι με ωφελεί πολύ περισσότερο να συζητώ για τις σκέψεις και τα ενδιαφέροντά μου με άλλους χριστιανούς, παρά να τα μελετώ σιωπηλά μέσα μου με τον εαυτό μου. Συνειδητοποιώ ότι δεν είμαι αρκετά δυνατή, ώστε να αποκρούσω τη φωνή του εχθρού, που μου φαίνεται πολύ ισχυρότερη όταν είμαι μόνη μου. Η συντροφιά των άλλων και οι πνευματικές συζητήσεις μαζί τους αποτελούν μεγάλη βοήθεια για μένα. Ωστόσο, αν και αυτή είναι η αλήθεια, δε θέλω να μειώσω την αξία της ησυχίας, γιατί συνδυασμένη με προσοχή και προσευχή μπορεί να είναι πολύ καρποφόρα.
Όταν σκοτεινές και καταθλιπτικές σκέψεις έρχονται και μου προκαλούν ταραχή, φόβο, θλίψη και μοναξιά, το μόνο φάρμακο που φέρνει ειρήνη στην καρδιά μου είναι η ευχή του Ιησού. Η προσφυγή στη Μητέρα του Θεού και τους Αγίους, επίσης βοηθεί στο να απομακρυνθούν τα σκοτεινά συναισθήματα. Η προσευχή δίνει τόσο μεγάλη σιγουριά για το έλεος και την αγάπη του Θεού. Συχνά δεν στρέφομαι στην προσευχή και αφήνω τη μελαγχολία να κατασταλάξει στην ψυχή μου. Γιατί το κάνω αυτό, όταν διαθέτω ένα τόσο ισχυρό όπλο στο χέρι, το Όνομα του Κυρίου μας και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού; Το μόνο που γνωρίζω είναι η διαφορά μεταξύ της παρηγοριάς, που μας δίνει ο Θεός, όταν είμαστε ταπεινοί και προσευχόμαστε, και της αγωνίας που προκύπτει ως αποτέλεσμα, όταν μόνοι μας με τις δικές μας δυνάμεις μαχόμαστε εναντίον της αδυναμίας μας.
Η σκέψη του θανάτου με κεντρίζει. Αλλά, όταν φέρνω στο μυαλό μου τη γεμάτη αγάπη υπόσχεση, που ο Χριστός μας άφησε με την ενσάρκωσή Του, τον θάνατο και την Ανάστασή Του, ο θάνατος μετασχηματίζεται για μένα σε μία πύλη, δια της οποίας οι ταπεινοί και δίκαιοι εισέρχονται στη Βασιλεία των Ουρανών. Λέγοντας αυτό δεν μπορώ να ξεφύγω από την εικόνα της βασιλικής πύλης στο κέντρο του τέμπλου. Η Εκκλησία είναι το όλον που περικλείει τη Ζώσα και την Αιώνιο Βασιλεία. Η Ζώσα Εκκλησία περνά μέσα από το θάνατο, που ομοιάζει με βασιλική πύλη προς τον Ουρανό, όπου συνδέεται με την μεγαλοπρέπεια των Αγίων και Αγγέλων και συμμετέχει στα Άχραντα Μυστήρια της Αιωνίου Ζωής. Γνωρίζω ότι ο θάνατος είναι μόνο μία πύλη, επειδή ο Χριστός διέρρηξε τους μοχλούς της, δια του θανάτου και της Αναστάσεώς Του. Για μας βέβαια το κλειδί είναι η πίστη και τα έργα. Όπως είπε ο Χριστός: «Αμήν, αμήν, λέγω υμίν, ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιωάν. 5, 24). Ο Χριστός λέει κατ' αρχήν ότι πρέπει να ακούμε τον λόγο Του, ο οποίος νομίζω ότι είναι η διδασκαλία Του και οι πράξεις Του. Πρέπει να σηκώσουμε τους σταυρούς μας και να Τον ακολουθούμε ζώντες εν Αυτώ και Αυτός εν ημίν. Πρέπει να μοιάζουμε με πρόβατα στη δεξιά Του πλευρά που σώθηκαν, γιατί υπήρξαν ταπεινά και αγάπησαν τον αδελφό τους, όπως θα έκανε ο Χριστός. Στη συνέχεια (ο Κύριος) μας λέει ότι πρέπει να πιστέψουμε σε Εκείνον που Τον έστειλε. Πρέπει να πιστέψουμε και να αγαπήσουμε τον Θεό με όλη τη δύναμη, την καρδιά και την ψυχή μας. Η πίστη γίνεται προφανώς πιο σπουδαία για μένα και αυτό δεν έχει να κάνει με το ότι η ζωή μου εμφανίζεται πολύ πιο προσωρινή. Όταν η πίστη μου διασκορπίζεται, αισθάνομαι απελπισμένη και φοβισμένη, αλλά πάλι, όταν στρέφομαι στον Θεό για βοήθεια, Εκείνος με ακούει και βρίσκω την ειρήνη.
Παρακαλώ να μη θεωρήσετε ότι γράφω αυτά τα πράγματα, επειδή τα εφαρμόζω και επειδή βρίσκομαι σε κατάσταση αμετάπτωτης ειρήνης. Αγωνίζομαι και πολλές φορές πέφτω. Είναι ακριβώς το γεγονός της αρρώστιας μου που με έχει διδάξει τόσα πολλά για τη σπουδαιότητα του να σηκώνομαι μετά τον αγώνα, να ζω τη ζωή μου εν Χριστώ και να διατηρώ την καρδιά μου προσηλωμένη στην αιώνια βασιλεία πιο πολύ από την επίγεια. Όταν ψάλλουμε τον Χερουβικό Ύμνο, δεν επαναλαμβάνουμε τρεις φορές «Πάσαν την βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν», πριν ψάλουμε «Ως τον Βασιλέα των όλων υποδεξόμενοι»; Αρχίζω να συνειδητοποιώ τώρα ότι αυτό δεν αποτελεί μία υπόδειξη σε μας μόνο πριν από τη Θεία Μετάληψη, αλλά για κάθε στιγμή της επιγείου ζωής μας. Νομίζω ότι είναι δυνατό να διατηρεί κανείς τα μάτια της ψυχής του στραμμένα στον Ουρανό, ακόμα και όταν ζει μέσα στις μέριμνες και τα προβλήματα του επίγειου κόσμου. Αυτό είναι για το οποίο όλοι οι Χριστιανοί πρέπει να αγωνίζονται. Πώς αλλιώς θα είμαστε ικανοί να δεχθούμε το έλεος του Θεού στο τέλος, εάν δεν έχουμε ζήσει εν Αυτώ και δεν Τον έχουμε αγαπήσει κατά τη διάρκεια της ζωής μας στη γη; Πρόσφατα σκεφτόμουν πόσο τρομερό θα είναι να στέκομαι μπροστά στον Χριστό, που θέλει να μου δώσει το έλεός Του και μία θέση στη Βασιλεία Του, αλλά αυτές οι σκέψεις μου προκαλούν τρόμο, αφού δεν έζησα πάντοτε, όπως θα έπρεπε. Δεν μπορώ να φαντασθώ χειρότερη αγωνία από το να βρεθώ έξω από τη Βασιλεία του Θεού. Αντίθετα, σκεφθείτε τους ταπεινούς και δικαίους, που πέρασαν πριν από μας, εκείνους που έζησαν σύμφωνα με το λόγο του Θεού. Τι ανέκφραστη χαρά θα νιώθουν, καθώς περνούν διαμέσου των βασιλικών πυλών! Αφού σήκωσαν τους σταυρούς τους κατά τη διάρκεια της ζωής τους με υπομονή, ταπείνωση και αγάπη Θεού, καλωσορίζονται στους ουρανούς από χορεία Αγγέλων. Οι καρδιές τους είναι ανοιχτές στην αγάπη και στο έλεος του Θεού, αφού είχαν ήδη ζήσει με Αυτόν στις καρδιές τους κατά τη διάρκεια της προσωρινής παρουσίας τους στη γη.
Ο Θεός έδωσε στον καθένα μας χρόνο και μία αξιοθαύμαστη δημιουργία, για να διαμορφώσουμε τις ψυχές μας. Δεν πρέπει να λησμονούμε όμως πόσο προσωρινή είναι αυτή η ζωή. Η λευχαιμία με έκανε να συνειδητοποιήσω περισσότερο αυτή την προοπτική. Δόξα τω Θεώ που δεν πάσχει ο καθένας από σοβαρή ασθένεια, αλλά και Τον ευχαριστώ που μου έδωσε αυτή τη δοκιμασία. Φοβάμαι ότι ποτέ δε θα είχα γευθεί την άπειρη αγάπη και το έλεος του Θεού, αν δεν είχα τον καρκίνο. Όταν αναλογίζομαι συνολικά τα είκοσι χρόνια της ζωής μου και πόσο γρήγορα και μάταια πέρασαν, σκέφτομαι τι θα ήταν εκείνο που θα με εμπόδιζε να ζήσω άλλα πενήντα χρόνια με τον ίδιο τρόπο; Μία ολόκληρη ζωή είναι άχρηστη, όσα χρόνια κι αν περιλαμβάνει, εάν δεν τη βιώσουμε ως επένδυση για την αιωνιότητα. Δαπανούμε τόσο πολύ χρόνο, ενέργεια και πόρους για τα σώματά μας, αλλά αγνοούμε την ψυχή μας. Αν και το σώμα είναι σπουδαίο, πόσο πιο πολύτιμη είναι η ψυχή μας! Μόνον αφ' ότου το σώμα μου βασανίσθηκε από τις οδύνες της λευχαιμίας, κατόρθωσα να ανακαλύψω την αξία της ψυχής μου. Δόξα τω Θεώ για το απίστευτο έλεός Του! Η θλίψη, που συχνά έρχεται από τη σταθερή υπόμνηση της θνητότητός μου, καταπίνεται και χάνεται μέσα στη νίκη του Χριστού και στην ελπίδα μου για τη Βασιλεία Του.
Είμαι ευγνώμων που είχα την ευκαιρία να μοιρασθώ τα όποια συναισθήματα η ασθένειά μου, μου ενέπνευσε με τον καθένα που διαβάζει αυτό το κείμενο. Παρακαλώ μνημονεύετέ με στις προσευχές σας.
Με αγάπη Χριστού,
Ιωάννα Μίλλερ
(πηγή: «Παρακαταθήκη», Ιαν. – Φεβ. 2008)
(βιβλίο: Η Ζωή μετά τον θάνατο)
Η διαρκής εξέλιξη στον μέλλοντα αιώνα
Ή αιώνια ζωή δεν είναι στάση, αλλά μια διαρκής κίνηση, γι' αυτό οι άγιοι συνεχώς θα γίνονται χωρητικότεροι στην μέθεξη της ακτίστου δόξης του Θεού. Αυτή είναι μια αλήθεια πού τονίζεται στην βιβλικοπατερική Παράδοση.
Ή θεολογική υποδομή της αλήθειας αυτής φαίνεται σε δύο σημεία. Το πρώτον, ότι ο άνθρωπος πλάστηκε κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν Θεού. Ή φράση «καθ' ομοίωσιν» δείχνει την κίνηση, την φορά προς τον Θεό. Και, φυσικά, αυτό υπονοεί ότι δεν θα υπάρχει τέλος της τελειώσεως, γιατί αυτό θα σήμαινε τελεία και πλήρη ομοίωση με τον Χριστό. Το δεύτερον, πού συνδέεται με το προηγούμενο, έχει σχέση με την διαφορά μεταξύ ακτίστου και κτιστού. Το κτιστό ποτέ δεν μπορεί να γίνει άκτιστο. Κινείται μεν το κτιστό προς το άκτιστο, αλλά δεν είναι δυνατόν να γίνει κατά φύσιν άκτιστο. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο πάντοτε θα κινήται και δεν θα υπάρχει τέλος και πέρας αυτής της κινήσεως.
Οι άγιοι κατά την θεωρία του Θεού, καταλαβαίνουν πολύ καλά την κτιστότητα και την τρεπτότητα της φύσεως τους. Και αυτό το αισθάνονται ως πτώση. Βέβαια, αυτό λέγεται από την άποψη ότι συγκρινόμενο το κτιστό προς το άκτιστο βλέπει την μηδαμινότητά του. Γι' αυτό όσοι είδαν τον θεό κατάλαβαν την φθαρτότητα, την θνητότητα και, όπως ο Αβραάμ, είπαν «εγώ ειμί γη και σποδός». Αυτή η διαρκής κίνηση και εξέλιξη φαίνεται σε πολλά αγιογραφικά χωρία. Ό ρηματικός τύπος του διαρκούς ενεστώτος πού χρησιμοποιείται σε πολλές φράσεις, όπως «μετανοείτε», «γρηγορείτε» κ.λ.π. δείχνει ότι δεν πρόκειται για μια στάσιμη κατάσταση, αλλά για μια διαρκή εξέλιξη και από αυτήν ακόμη την ζωή.
Στην Αποκάλυψη του Ιωάννου υπάρχει προτροπή: «και ο άγιος αγιασθήτω έτι» (Αποκ. κβ', 11). Αυτό δεν συμβαίνει μόνον στην ζωή αυτή, αλλά θα συνεχισθεί και στην άλλη ζωή. Όποιος εισήλθε στο στάδιο τής καθάρσεως και της μετανοίας, αυτός θα προχωρεί από αγιασμό σε αγιασμό και από Χάρη σε Χάρη. Όσο ο άνθρωπος θα ευφραίνεται από την θεωρία της δόξης του Θεού, τόσο και περισσότερο θα αυξάνεται η αναζήτησή της. Άλλωστε, αυτή είναι η πορεία της αρετής. Ή αρετή δεν έχει τέλος, γιατί αυτό θα σήμαινε έναν κορεσμό, και, φυσικά, κάθε κορεσμός δημιουργεί κόπο, κούραση. Εφ' όσον οι αρετές είναι καρποί του Παναγίου Πνεύματος, και ποτέ δεν μπορούμε να φθάσουμε στην τελειότητα της ζωής του Χριστού, άρα, δεν υπάρχει όριο της αρετής. Με αυτές τις προϋποθέσεις καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει πέρας μετανοίας, γιατί αυτό θα σήμαινε κατά φύσιν ομοιότητα με τον Χριστό.
Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης υποστηρίζει ότι η αρετή δεν έχει τέλος. Ή τελειότητα για όλα τα πράγματα πού μετρώνται με τις αισθήσεις διαλαμβάνεται μέσα σε ορισμένα όρια, και φυσικά μετρώνται με μια μονάδα μετρήσεως. Για τα μεγάλα όμως αγαθά, όπως την αρετή, δεν υπάρχει κανένα όριο. «Επί δε της αρετής έναν παρά του αποστόλου τελειότητος όρον εμάθομεν, το μη έχειν αυτήν όρον». Ή αρετή δεν έχει όριο, πέρας. Και το τονίζει αυτό, έχοντας υπ' όψη του τον λόγο του Αποστόλου Παύλου; «ούχ ότι ήδη έλαβον ή ήδη τετελείωμαι, διώκω δε ει και καταλάβω, εφ' ω και κατελήφθην υπό του Ιησού Χριστού αδελφοί, εγώ εμαυτόν ούπω λογίζομαι κατειληφέναι, εν δε, τα μεν οπίσω επιλανθανόμενος τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενος κατά σκοπόν διώκω επί το βραβείον της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού, όσοι ουν τέλειοι, τούτο φρονώμεν» (Φιλ. γ', 12-15).
Ό Απόστολος Παύλος ενώ αισθάνεται ότι έχει καταληφθεί από τον Χριστό και ότι βρίσκεται στον δρόμο της τελειότητας, εν τούτοις αισθάνεται ότι δεν έχει φθάσει ακόμη. Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αναφερόμενος σε αυτό τό αποστολικό χωρίο, λέγει ότι ο Απόστολος Παύλος τρέχοντας τον δρόμο της αρετής και επεκτεινόμενος προς τα εμπρός, δεν αισθανόταν ότι η πορεία του έληξε, γιατί δεν θεωρούσε ασφαλή την στάση του δρόμου. Το τέλος της αρετής είναι η κακία, όπως το τέλος της ζωής είναι ό θάνατος. Ό Θεός είναι το τέλειο αγαθό από την φύση του, πού δεν έχει καμμιά κακία. Γι' αυτό η θεία φύση είναι αόριστη και απεράτωτη, δηλαδή δεν έχει πέρας. Να ασκούμε την αρετή σημαίνει να μετέχουμε του Θεού. Όσοι λοιπόν, γνωρίζουν το κατά φύσιν καλό, έχουν την επιθυμία της μετουσίας του, αλλά επειδή το κατά φύσιν καλό δεν έχει όριο, πέρας, γι' αυτό η επιθυμία του μετέχοντος δεν μετέχει στο αμάρτημα. Επομένως, η αρετή έχει έναν όρο, το αόριστο, το ότι δεν έχει όριο. «Της δε αρετής εις ορός εστί, το αόριστον»22.
Αν αυτό γίνεται στην ζωή αυτή, σημαίνει ότι θα συνεχιστεί και στην άλλη ζωή ακόμη περισσότερο, τότε πού ο άνθρωπος θα απόκτηση και μεγαλύτερη γνώση του Θεού, και αυτό θα αυξάνει την επιθυμία του εφέτου. Γιατί, όσο μεγαλύτερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη είναι η γνώση. Και όσο μεγαλύτερη είναι η γνώση, τόσο αυξάνεται και η αγάπη, καθώς επίσης και η επιθυμία.
Ό άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος λέγει ότι η ενοίκηση της Αγίας Τριάδος μέσα στην καρδιά των τελείων, «γνωστώς και ευαισθήτως», δεν είναι πλήρωση του πόθου, αλλά αιτία σφοδρότερου και μεγαλυτέρου πόθου. Ή επίσκεψη αυτή του Θεού δεν αφήνει τον άνθρωπο να ηρεμήσει, άλλα τότε φλέγεται από φωτιά. Επειδή ο νους δεν μπορεί να βρει τέλος του ποθούμενου, και επειδή δεν μπορεί να δώση κανένα μέτρο στον πόθο και την αγάπη και βιάζεται να μεθέξη του ατελέστου, γι' αυτό «ατέλεστον αεί τον πόθον και απλήρωτον την αγάπην εν εαυτώ περιφέρει»23.
Έτσι, ο ορισμός της τελειότητας είναι να μην περιορίζεται σέ μέτρα. Υπάρχει μια ακατάπαυστη και αυξανόμενη αγάπη και ένας διάπυρος πόθος προς τον Θεό. Κάθε στάση είναι κακία. Γι' αυτό κατά τους Πατέρας η τελειότητα ορίζεται ως η «των τελείων ατέλεστος τελειότης».
Στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων για την αιώνια ζωή και την μέθεξη της ακτίστου Χάριτος του Θεού γίνεται λόγος για διαρκή εξέλιξη. Ό άγιος Μάξιμος κάνει αναφορά στην αεικίνητη στάση των εφιε-μένων το εφετό. Κατά τον άγιο Μάξιμο η θέωση ταυτίζεται με την ομοίωση με τον Θεό και την μέθεξη του Θεού. Μιλώντας για την μέθεξη, την θεωρεί ως διηνεκή και διαρκή απόλαυση του εφετού. Εδώ γίνεται φανερό ότι μιλάει για διηνεκή απόλαυση, η όποια είναι αεικίνητη στάση. Χαρακτηριστικά γράφει: «Αεικίνητος δε στάσις περί το εφετόν των εφιεμένων έστιν ή του εφετού διηνεκής τε και αδιάστατος απόλαυσις,
απόλαυσις δε διηνεκής και αδιάστατος του εφετού, ή των υπέρ φύσιν θειων καθέστηκε μέθεξις»24.
Σε όλη την διδασκαλία του αγίου Μαξίμου γίνεται φανερό ότι η πνευματική ζωή έχει μια διαρκή εξέλιξη και δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσει. Γι' αυτό γίνεται λόγος για συνεχή άνοδο και αύξηση στην μέθεξη του αγαθού. Στα έργα του πολύ συχνά συναντούμε τους όρους «αεικίνητος στάσις» και «στάσιμος κίνησις». Για να ερμηνεύσουμε όμως καλύτερα αυτήν την ουσιαστική του θέση, πρέπει να δούμε τα προβλήματα πού αντιμετώπιζε από την πλευρά της φιλοσοφίας. Γιατί, είναι γνωστόν ότι οι Πατέρες απήντησαν στα οντολογικά ερωτήματα των φιλοσόφων και έδωσαν σωστές απαντήσεις, προερχόμενες από την Αποκάλυψη του Θεού.
Ό Ώριγένης, ακολουθώντας εν πολλοίς τις θεωρίες του Πλάτωνα, υποστήριζε ότι η κίνηση προϋπήρχε της γενέσεως του κόσμου και ότι έπειτα από την γέννηση ακολουθεί η στάση. Έλεγε ότι τα πνεύματα πού βρίσκονταν στον Θεό, αισθάνθηκαν κόρο, οπότε κινήθηκαν. Καρπός της κινήσεως ήταν η δημιουργία και η γένεση του κόσμου. Γι' αυτό, το κακό είναι αιτία της δημιουργίας του κόσμου. Όποτε η σωτηρία του ανθρώπου είναι η επαναφορά της ψυχής στον Θεό, όπου θα υπάρξει η στάση. Έτσι το σχήμα είναι κίνηση, γένεση, στάση. Δηλαδή, πρώτα κινήθηκαν τα πνεύματα, έπειτα δημιουργήθηκε ο κόσμος και τέλος θα ακολουθήσει η στάση, όταν οι ψυχές, ελευθερωμένες από τα σώματα, θα αναπαυθούν στον Θεό25.
Ό άγιος Μάξιμος, αντιμετωπίζοντας αυτήν την σειρά πού εξέθεσε ο Ωριγένης, ο όποιος εκινείτο μέσα σε πλατωνικές απόψεις για την δημιουργία και την σωτηρία του ανθρώπου, ενώ διατηρεί τους όρους κίνηση, γένεση, στάση, αλλάζει την σειρά και δίνει άλλο περιεχόμενο. Για τον άγιο Μάξιμο δεν προηγείται η κίνηση, αλλά η γένεση. Ό κόσμος είναι θετικό δημιούργημα του Θεού. Ό Θεός κατ' αρχάς δημιούργησε τον κόσμο, μέσα στον όποιο έβαλε την κίνηση. Χωρίς την κίνηση δεν θα μπορούσαν τα κτίσματα να ανεβούν στον Θεό. Έτσι, η κίνηση είναι καρπός της δημιουργικής ενεργείας του Θεού, πού ετέθη στον κόσμο, και όχι αιτία της γενέσεως και πτώσεως του ανθρώπου και του κόσμου. Κάθε κτιστό έχει από τον Θεό την δυνατότητα της κινήσεως, γιατί χωρίς αυτήν δεν θα υπήρχε τελείωση. Γι' αυτό, η κίνηση δεν είναι αιτία πτώσεως, αλλά τρόπος ανυψώσεως. Είναι φυσικό να μην υπάρχει πέρας της κινήσεως, γιατί το άκτιστο, ο Θεός, δεν έχει πέρας, αφού είναι άπειρος. Ό άγιος Μάξιμος αντιμετώπισε το εξής προβλημα:
Αφού η κίνηση είναι φυσικό γνώρισμα του κτιστού, τότε πώς θα επικρατήσει η στάση, δηλαδή πώς θα σταματήσει κάποτε αυτή η κίνηση; Ακριβώς σε απάντηση αυτού του ερωτήματος, ο άγιος Μάξιμος εισήγαγε τον όρο «αεικίνητη στάση». Ό άνθρωπος θα παραμένει σε κοινωνία με τον Θεό, αλλά αυτή η στάση θα είναι μια διαρκής κίνηση. Ό λόγος είναι ότι δεν μπορεί ποτέ το κτιστό να ομοιωθεί κατά πάντα με το άκτιστο, δεν μπορεί το πεπερασμένο να ταυτισθεί πλήρως με το άπειρο.
Έτσι, ο άγιος Μάξιμος, αντικρούοντας την Ωριγενική αντίληψη, κίνηση - γένεση - στάση, κάνει λόγο για γένεση - κίνηση - στάση, καθώς επίσης ότι η στάση θα είναι αεικίνητη. Φυσικά, πέρα από αυτήν την αλλαγή των λέξεων άλλαξε και το περιεχόμενο. Γιατί ο άγιος Μάξιμος με τον όρο αεικίνητη στάση δεν εννοεί την αποδέσμευση της ψυχής από το σώμα και την παραμονή της στον Θεό, αλλά την αιώνια ύπαρξη όλου του ανθρώπου, πού αποτελείται από ψυχή και σώμα και την διαρκή τελείωση του. Ή κτίση δεν μπορεί να κινηθεί προς την ανυπαρξία, προς το μη Ον, γιατί αυτό εμποδίζεται από την κυβερνητική ενέργεια του Θεού. Ή φυσική, λοιπόν, κίνηση είναι προς το ζην εν Χριστώ προς την εκπλήρωση του λόγου της δημιουργίας της.
Μέσα στα πλαίσια αυτά θεολογούν και όλοι οι άγιοι Πατέρες. Στην συνέχεια θα αναφέρουμε μερικά παραδείγματα από δύο Πατέρες, πού αντιμετώπισαν το θέμα ότι στην άλλη ζωή θα υπάρξει μια διαρκής εξέλιξη για τους ανθρώπους πού θα μετέχουν της ακτίστου δόξης του Θεού.
Ό άγιος Γρηγόριος ό Σιναΐτης γράφει ότι στον μέλλοντα αιώνα οι άγιοι και οι άγγελοι ούτε θα μειωθούν στην έφεση των αγαθών, αλλά ούτε και θα παύσουν να προκόπτουν στην προσθήκη των χαρισμάτων. Ό μέλλων αιών δεν θα έχει ύφεση ή μείωση από την αρετή, και, φυσικά, δεν θα έχει στάση. Θα παρατεθεί το κείμενο για την κατοχύρωση αυτής της θέσεως: «Εν τω μέλλοντι αιώνι οι Άγγελοι και οι άγιοι, φασί, προκόπτοντες εν τη των χαρισμάτων προσθήκη ουδέποτε λήξουσιν, ή ένδώσουσι των αγαθών εφετώς έχοντες ύφεσιν γαρ ή μείωσιν από της αρετής επί κακίαν εκείνος ουκ έχει ό αιών»26.
Μια τέτοια θέση αναπτύσσει και ό άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αντικρούοντας τον φιλόσοφο Βαρλαάμ. Ό Βαρλαάμ υποστήριζε ότι το να βρίσκεται ό άνθρωπος κατά την προσευχή υπέρ αίσθησιν, όπως αυτός το εννοούσε, είναι τελεώτατον δώρο του Θεού. Και γι' αυτό η προσευχή πού γίνεται με άλγος, πόνο κ.λ.π. δεν ανήκει στα τελεώτατα δώρα του Θεού.
Ό άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς χρησιμοποιεί πολλά επιχειρήματα για να ανατρέψει αυτήν την θέση. Μεταξύ των άλλων λέγει ότι δεν υπάρχουν τελεώτατα δώρα του Θεού, δηλαδή απηρτισμένα και μη επιδεχόμενα αύξηση, γιατί είναι γνωστό και φανερό ότι οι άγιοι κατά τον μέλλοντα αιώνα θα προκόπτουν έπ' άπειρον κατά την θεοπτία. Ή έφεση των επιτυγχανόντων δεν σταματά ποτέ, η Χάρη πού λαμβάνουν οι άγιοι είναι δυναμοποιός, αφού τους οδηγεί προς την μετάληψη των μεγαλυτέρων, ο δε Θεός, πού δίνει την Χάρη Του άφθονα, είναι άπειρος. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ποιος τρόπος υπολείπεται «μη ουχί προκόπτειν τους υιούς του μέλλοντος αιώνος κατ' αυτήν έπ' άπειρον, χάριν εκ χάριτος κομιζομένους και την ακάματον επιτερπώς ανιόντας άνοδον;». Όλα τα δώρα πού δίνει ό Θεός δεν είναι τελεώτατα, αφού το τελειότατο δεν δέχεται καμμιά προσθήκη27.
Έτσι, λοιπόν, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά θα υπάρχει διαρκής εξέλιξη στον μέλλοντα αιώνα. Ή στάση ταυτίζεται με την κακία. Ή διαρκής εξέλιξη γίνεται και από αυτήν την ζωή, θα συνεχισθεί και στην άλλη, για τους δικαίους. Μετέχοντας της θείας δόξης, θα αποκτούν μεγαλύτερη έφεση και υψηλότερο πόθο. Άλλωστε, ο εράσμιος Θεός είναι άπειρος και είναι αδύνατον να περικλυστεί από την κτιστή ανθρώπινη φύση, όση δύναμη και αν διαθέτη. Και επειδή ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς βασίζεται και σε χωρίο του άγιου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, πρέπει να πούμε ότι ο θείος Διονύσιος στο σύγγραμμα του περί της ουρανίου Ιεραρχίας, οπού κάνει λόγο για τις τρεις τάξεις των αγγέλων, εκ των όποιων η πρώτη είναι η ανώτερη, πού βρίσκεται πλησιέστερη στον Θεό, η κατώτερη, πού βρίσκεται πλησίον των ανθρώπων, και η μεσαία τάξη πού δέχεται τις ελλάμψεις από την υψηλότερη, κάνει λόγο για την κάθαρση, τον φωτισμό και την τελείωση των αγγέλων, πού έχει σχέση με την χωρητικοτέρα έλλαμψη.
Έτσι υπάρχει εξέλιξη στην θεοπτία και στις αγγελικές τάξεις, κατά τα διάφορα τάγματα τους. Ή πρώτη τάξη «καθαίρεται και φωτίζεται και τελεσιουργείται πάσης μεν υφέοεως αμιγής, πρώτου δε φωτός πλήρης και πρωτοδότου γνώσεως και επιστήμης μέτοχος αποτελουμένη», «της προτελείου τελεσιουργίας αναλόγως αύτη πληρουμένη». Και οι άγγελοι καθαρίζονται από την άγνοια με την γνώση των τελειοτέρων μυήσεων, πού δίνονται κατά τάξη. Ή τελειότερη μύηση προσφέρει περισσότερη γνώση, και αυτή η γνώση λέγεται κάθαρση από την προηγούμενη άγνοια. Το ίδιο γίνεται και με τις άλλες τάξεις των αγγέλων28.
Πρέπει να προστεθεί ότι ο μέλλοντας αιώνας, κατά τον αγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, λέγεται άληκτος, δηλαδή δεν τελειώνει ποτέ, όχι μόνον από την άποψη του χρόνου, αλλά και από την άποψη της προσθήκης των χαρισμάτων. Αναφερόμενος ό άγιος Γρηγόριος στην μεγάλη αξια της Παναγίας, αφού δι' αυτής επεδήμησε στον κόσμο ο Χριστός, υπογραμμίζει και την άξια της Θεοτόκου κατά τον μέλλοντα αιώνα. Γιατί, κάθε πρόοδος στην φωτοφάνεια και στην αποκάλυψη των μυστηρίων και στην προσθήκη των χαρισμάτων, θα είναι Αχώρητη χωρίς την Θεοτόκο: «Εις τον έξης άληκτον αιώνα πάσα φωτοφανείας θείας πρόοδος και πάσα μυστηρίων θείων αποκάλυψις και πάσα πνευματικών ίδέα χαρισμάτων άπασιν αχώρητος χωρίς αυτής»29.
Επομένως, είναι απόσταγμα της πατερικής σοφίας ότι στην μέλλουσα ζωή για τους δικαίους δεν θα υπάρχει στασιμότητα, αλλά διαρκής εξέλιξη, και αυτό θα γίνεται έπ' άπειρον, αφού θα αυξάνεται ο πόθος του ανθρώπου από την μεγαλυτέρα γνώση του Θεού, και αφού δεν μπορεί να παύση να είναι κτιστός και να γίνει κατά φύσιν άκτιστος. Μπορεί να βιώσει το κατά Χάριν άκτιστο, όχι όμως το κατά φύσιν, πού ανήκει αποκλειστικά στον Θεό, πού είναι αυτούπαρξη και αυτοζωή.
Φυσικά, αυτό θα συμβεί γι' αυτούς οι όποιοι πριν πεθάνουν είχαν εισέλθει στο στάδιο της καθάρσεως και της μετανοίας. Αν, δηλαδή, ο άνθρωπος μετανόησε, εξομολογήθηκε, αλλά δεν πρόφθασε να θεραπευθεί, να φωτισθεί ο νους του, αυτός, με την Χάρη του Θεού θα αυξάνεται στην θεία γνώση. Δεν το εννοούμε αυτό μέσα στα πλαίσια της λατινικής θεολογίας, συμφωνά με την οποία όταν ο άνθρωπος μετανοήσει, αλλά δεν προφθάσει να κάνει τον κανόνα του, θα πέραση μέσα από το λεγόμενο καθαρτήριο πυρ. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν κάνουμε λόγο για ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης, αλλά για είσοδο στο στάδιο της καθάρσεως και μετανοίας, έστω και αν δεν έχει τελειώσει η θεραπεία. Σ' αυτές τις περιπτώσεις η θεία Χάρη θα βοηθήσει στην θεραπεία και μετά θάνατο, με την άποψη ότι οι μετανοήσαντες θα γίνουν χωρητικότεροι με την θεια Χάρη στην έλλαμψη και την μέθεξη της δόξης του Θεού.
Αντίθετα, για όσους δεν μετανόησαν ούτε έδειξαν έμπρακτα την μετάνοια τους δεν θα υπάρχει εξέλιξη στο αγαθό και την αρετή. Δεν έχω εντοπίσει χωρία Πατέρων, πού δείχνουν ότι οι αμετανόητοι θα κινούνται προς βίωση μεγαλύτερης κακίας. Ξέρουμε, βέβαια, ότι όπως στον Παράδεισο, ανάλογα με την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου, θα υπάρχουν διαβαθμίσεις, το ίδιο θα γίνεται και στην Κόλαση.
Ό Χριστός, αναφερόμενος στην πόλη εκείνη που θα εκδιώξει τους Αποστόλους, λέγει: «αμήν λέγω υμίν ανεκτότερον έσται γη Σοδόμων και Γομόρρας εν ημέρα κρίσεως ή τη πόλει εκείνη» (Ματθ. ι', 15). Ή λέξη ανεκτότερο δείχνει ότι θα υπάρχουν διαβαθμίσεις και στην Κόλαση.
Σαν συμπέρασμα πρέπει να πούμε ότι υπάρχει αιώνια ζωή, πού βιώνεται ή ως αιώνιος Παράδεισος, ή ως αιώνια Κόλαση. Αυτό το αιώνιο πρέπει να μας προβληματίσει. Τα μεταμορφωμένα σώματα όλων των ανθρώπων θα ζουν την αιώνια ζωή. Όλων τα σώματα θα αναστηθούν, και των αμαρτωλών και των δικαίων.
Η ανάσταση των σωμάτων είναι ένα δώρο πού δόθηκε σε όλους τους ανθρώπους με την ανάσταση του Χριστού. Μόνον πού οι δίκαιοι θα βιώσουν περισσότερο την ανάληψη, αφού θα αρπαγούν εν νεφέλαις «εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα» (Α' θεσ. δ', 17). Με την Δευτέρα έλευση του Χριστού θα γίνει και η ανακαίνιση της κτίσεως από την φθορά. Ή δε μέθεξη της Δόξης του Θεού για τους δικαίους θα είναι αυξανόμενη και διαρκής. Δεν θα υπάρχει στάσιμη κατάσταση, αλλά αεικίνητη στάση και στάσιμη κίνηση.
Ό άνθρωπος πρέπει να βλέπει την φθαρτότητα και την προσωρινότητα της ζωής αυτής και να αποβλέπει στην αιωνιότητα. Ό άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ερμηνεύοντας τα αγιογραφικά χωρία «παράγει το σχήμα του κόσμου τούτου» (Α' Κορ. ζ', 31) και «ο καιρός συνεσταλμένος εστί» (Α' Κορ. ζ', 29), λέγει: «Βραχύς ο βίος, εγγύς ο θάνατος, φθαρτός ο κόσμος ούτος, ο αεί μένων έτερος». Ή καταφρόνηση του παρόντος κόσμου, η ετοιμασία για τον μέλλοντα κόσμο, η ζωή σύμφωνα με την πολιτεία του μέλλοντος αιώνος, όσο είναι δυνατόν, και η αποφυγή των βλαβερών του παρόντος κόσμου «παραπέμπει ημάς προς εκείνον εν ασφαλεία»30.
Ή σκέψη μας πρέπει να είναι στραμμένη στην αιώνια ζωή, γιατί «ημών το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλ. γ', 20). Οι επίγειοι άνθρωποι μπορεί να κυβερνώνται από καπιταλιστικά, σοσιαλιστικά, και μαρξιστικά συστήματα, αλλά των Χριστιανών το πολίτευμα είναι ουράνιο. Σκοπός του ανθρώπου είναι η έφεση της αιωνίου ζωής και η μέθεξη της Βασιλείας του Θεού της όποιας «ουκ έσται τέλος». Ούτε θα υπάρχει τέλος της τελειώσεως άλλα η τελειότητα θα είναι ατέλεστη.
22. Γρηγορίου Νύσσης έργα. 9 ΕΠΕ, σελ. 148-150
23. SC 51. σελ. 42
24. ΡG 90. 608-609
25. Βλ. ανάλυση Πρωτοπρ. Δημητρίου Στανιλοάε, εις αγίου Μαξίμου Όμολογητου: Φιλοσοφικά και θεολογικά ερωτήματα, τόμος Α', έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1978, σελ. 21 κ.έ., καθώς επίσης Πρεσβ. Νικολάου Λουδοβίκου, Ή Ευχαριστιακή οντολογία, εκδόσεις Δόμος, σελ. 217 κ.έ.
26. Γρηγορίου Σιναϊτον, Φιλοκαλία, έκδ. Παπαδημητρίου, τόμος δ'. σελ. 38, νδ'
27. Γρηγορίου Παλαμά έργα, 2 ΕΠΕ, σελ. 368-370
28. Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Φιλοκαλία των Νηπτικών και ασκητικών, εκδ. «Γρηγόριος Παλαμάς», τόμος 3ος, σελ. 274 κ.έ
29. Γρηγορίου Παλαμά έργα. 10 ΕΠΕ, σελ. 460
30. Γρηγορίου Παλαμά έργα, 9 ΕΠΕ, σελ. 568
(βιβλίο: Η Ζωή μετά το θάνατο)
Η ανακαίνιση της κτίσεως
Είναι σαφής διδασκαλία της Εκκλησίας ότι η κτίση είναι δημιούργημα του Θεού, ότι δέχθηκε την φθορά από την πτώση του ανθρώπου και ότι και αυτή θα ελευθερωθεί από αυτήν την φθαρτότητα.
Στην εκκλησιαστική παράδοση κάνουμε λόγο περισσότερο για κτίση παρά για φύση. Ή λέξη φύση αναφέρεται σε κάτι φυσικό, ενώ η λέξη κτίση δείχνει το κτιστό, κάτι πού δημιουργήθηκε, ενώ δεν υπήρχε προηγουμένως. Έτσι, στην Εκκλησία δεν γίνεται λόγος για φυσικά και μεταφυσικά, αλλά για κτιστά και άκτιστα. Το άκτιστο δεν έχει αρχή δημιουργίας, ούτε και τέλος. Το άκτιστο είναι αυτοζωή, ενώ το κτιστό έχει αρχή δημιουργίας, αλλά ο Θεός θέλει να μην έχει τέλος, αν και από την φύση του έπρεπε να τελείωση κάποτε. Χαώδης είναι η διαφορά μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Δεν υπάρχει τίποτε όμοιο τους. Το μονό κοινό μεταξύ κτιστού και ακτίστου είναι ο θεάνθρωπος Χριστός, στο Πρόσωπο του οποίου ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση, δηλαδή το άκτιστο με το κτιστό.
Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, η άπειρη ουσία και παντοδύναμη και δημιουργική των όντων» αυτή μόνον είναι απλή και μονοειδής, άποια και ειρηναία. Στην άκτιστη ουσία, δηλαδή στον θεό, δεν υπάρχει καμμιά σύνθεση. Αντίθετα, η κτιστή φύση είναι σύνθετη, αφού αποτελείται από ουσία και συμβεβηκότα και είναι επιδεής της θείας Προνοίας8. Ό Θεός δημιούργησε όλη την κτίση και την συντηρεί με την άχτιστη πρόνοια Του. Ή υπεράγαθη Πρόνοια του Θεού «σωτηρία υπάρχει πάσης κτίσεως» 9.
Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο όρος κτίση αναφέρεται στους αγγέλους, τους δαίμονες, τους ανθρώπους και την άλογη δημιουργία. Είναι ένας όρος πού αποδίδεται σε όλη την δημιουργία, λογική και άλογη. Ξέρουμε ότι ο Θεός δημιούργησε πρώτα τον νοερό κόσμο, έπειτα τον αισθητό και υλικό κόσμο και στην συνέχεια τον άνθρωπο, πού είναι ένωση των δύο κόσμων, νοερού και αισθητού. Όποτε ο άνθρωπος είναι η περίληψη όλης της δημιουργίας, ο μικρόκοσμος μέσα στον μεγαλόκοσμο, ή για να εκφρασθούμε καλύτερα, ο μεγαλόκοσμος, από απόψεως αξίας, μέσα στον μικρόκοσμο.
Αλλά στο σημείο αυτό όταν κάνουμε λόγο για την κτίση και την ανακαίνιση της, θα εννοούμε περισσότερο την υλική και άλογη δημιουργία, η οποία με την Πρόνοια και την Χάρη του Θεού θα ανακαινισθεί στον μέλλοντα αιώνα. Γιατί αυτό μας ενδιαφέρει στην μελέτη μας αυτή. Στην Άγια Γραφή γίνεται λόγος για την πτώση της κτίσεως, αλλά και την ελευθέρωση της από την φθορά. Κλασσικό χωρίο είναι του Αποστόλου Παύλου, πού βρίσκεται στην προς Ρωμαίους επιστολή του. Θα το παραθέσουμε ολόκληρο γιατί είναι πολύ χαρακτηριστικό και θα μας βοηθήσει στην μετέπειτα επεξεργασία του θέματος.
«Ή γαρ αποκαραδοκία της κτίσεως την αποκάλυψιν των υιών του Θεού απεκδέχεται, τη γαρ ματαιότητι η κτίσις ύπετάγη, ούχ εκούσα, αλλά δια τον υποτάξαντα, έπ' ελπίδι ότι και αυτή η κτίσις ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού. οίδαμεν γαρ ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν» (Ρωμ. η', 19-22).
Στο χωρίο αυτό υπάρχουν μερικά ενδιαφέροντα σημεία. Πρώτον, ότι ο αισθητός κόσμος, η υλική δημιουργία, λέγεται κτίση και όχι φύση, γιατί συνδέεται με την ύπαρξη δημιουργού και, επομένως, δεν είναι αΐδια και αιώνια, όπως την θεωρούσαν μερικοί φιλόσοφοι. Δεύτερον, η κτίση υπετάγη στην φθαρτότητα όχι με την θέληση της, αφού η κτίση δεν έχει θέληση και ελευθερία, αλλά από την πτώση του ανθρώπου. Ό άνθρωπος παρέσυρε όλη την κτίση στην φθορά. Τρίτον, η κτίση συστενάζει και συνωδίνει μαζί με τον άνθρωπο και αποζητά και ελπίζει ελευθέρωση. Τέταρτον, η αποκαραδοκία, δηλαδή η προσδοκία της, αναφέρεται στην αποκάλυψη των υιών του Θεού. Εφ' όσον ο άνθρωπος έγινε ή αιτία της πτώσεως της, πρέπει από τον άνθρωπο να προέλθει η της. Φυσικά, όταν λέμε από τον άνθρωπο, εννοούμε από τον άνθρωπο του θεανθρώπου, πού είναι τέκνο Θεού. Πέμπτον, δίνεται η βεβαιότητα ότι ολόκληρη η κτίση θα ελευθερωθεί από την δουλεία της στην φθορά και θα εισαχθεί στην ελευθερία της δόξης των τέκνων του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι ολόκληρη η κτίση θα απόλαυση τα αγαθά πού θα προέλθουν, όταν ο άνθρωπος απόκτηση μέθεξη της δόξης του Θεού. Στο χωρίο αυτό φαίνεται η αντίληψη και η διδασκαλία της Εκκλησίας για το λεγόμενο οικολογικό πρόβλημα και την της κτίσεως. Αφορμή της πτώσεως είναι ο ανυπάκουος και αντάρτης άνθρωπος και αιτία της ανακαινίσεως της είναι ο υιός κατά Χάριν του Θεού, ο Θεούμενος. Αυτός θα την ελευθέρωση, θα την ανακαινίσει. Στην πραγματικότητα η Χάρη του Θεού, δια του ανθρώπου, θα μεταμορφώσει και την άλογη δημιουργία. Όταν βλέπει κανείς την της κτίσεως έξω από τον Θεούμενο ματαιοπονεί.
Ό άνθρωπος πού ενώνεται με τον Χριστό είναι νέα, καινούρια κτίση, γι' αυτό και γίνεται αφορμή δόξης. Ό Απόστολος Παύλος λέγει: «ει τις εν Χριστώ καινή κτίσις» (Β' Κορ. ε', 17), Ό Απόστολος Πέτρος αναφερόμενος στην συντέλεια του κόσμου, δεν ομιλεί για μια τελική και ολοσχερή καταστροφή, αλλά για και μεταμόρφωση, γι' αυτό λέγει: «καινούς δε ουρανούς και γήν καινήν κατά το επάγγελμα αυτού προσδοκώμεν εν οις δικαιοσύνη κατοικεί» (Β' Πέτρ.γ', 13). Εδώ βλέπουμε καθαρά ότι γίνεται λόγος για της κτίσεως και όχι για αφανισμό και καταστροφή. Θα θίξουμε το θέμα αναλυτικότερα πιο κάτω, όταν θα αναφέρουμε τις διδασκαλίες των Πατέρων της Εκκλησίας.
Μελετώντας τα αγιογραφικά χωρία, πρέπει να εξετάσουμε πώς έπεσε η κτίση και σε τι συνίσταται η της όπως τα αναλύουν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας. Κατά την ανάλυση αυτή πρέπει πάντα να έχουμε υπ' όψη μας τα χωρία της Αγίας Γραφής πού παραθέσαμε προ ολίγου. Κατ' αρχήν πρέπει να κάνουμε λόγο για την π τ ώ σ η της κτίσεως.
Ό Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης λέγει ότι ή κτίση δεν κατασκευάσθηκε ρευστή και φθαρτή, αλλά υπετάγη χωρίς να θέλει, στην φθορά, με την πτώση του Αδάμ10. Ό άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος για να παρουσιάσει αυτήν την αλήθεια χρησιμοποιεί μια ωραία εικόνα. Λέγει ότι, όπως όταν αιχμαλωτίζεται ένας βασιλεύς, αναγκαστικά ακολουθούν μαζί του και οι διάκονοι και οι υπηρέτες του. έτσι και όταν έπεσε ο Αδάμ, πού ήταν κύριος και βασιλεύς όλων των κτισμάτων, τα όποια τον υπηρετούσαν, συμπεριλήφθηκε και η κτίση πού τον διακονούσε και υπηρετούσε στην πτώση του 11.
Την τραγικότητα της κτίσεως, μετά την πτώση του Αδάμ και την είσδυση σε αυτήν της φθοράς, περιγράφει ωραιότατα ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος. Γράφει ότι μετά την έξοδο του Αδάμ από τον Παράδεισο ολόκληρη η κτίση δεν ήθελε να βλέπει τον άνθρωπο και διακατεχόταν από οργή εναντίον του. Ή κτίση δεν ήθελε να υποταγή σε αυτόν. Ό ήλιος δεν ήθελε να λάμπει, η σελήνη να στέλλει το φως, τα αστέρια να ακτινοβολούν, οι πηγές να βρύουν, οι ποταμοί να τρέχουν. Ό αέρας δεν ήθελε να δώσει αναπνοή στον άνθρωπο, τα θηρία και όλα τα ζώα ετραχύνθησαν εναντίον του ανθρώπου, γιατί έχασε την δόξα πού είχε. Ό ουρανός ήθελε να πέσει δικαιως πάνω στον άνθρωπο και η γη δεν άντεχε να τον κρατά. Τότε ακριβώς επεμβαίνει ο Θεός με την αγάπη Του και την φιλανθρωπία Του, και, αποβλέποντας στην ανάπλαση, δια της ενσάρκου Οικονομίας του Υιού Του, συγκρατεί την κτίση με την δύναμη Του και αναστέλλει την ορμή των κτισμάτων εναντίον του ανθρώπου, έως ότου γίνει ο άνθρωπος πνευματικός, άφθαρτος και αθάνατος, ώστε και αυτή να ελευθερωθεί από την φθορά, να συνανακαινισθή μαζί του, να αφθαρτοποιηθή και να γίνει πνευματική 12.
Εφ' όσον η πτώση της κτίσεως έγινε δια του ανθρώπου, και η της θα γίνει δια του Θεούμενού ανθρώπου. Άλλωστε, ο άνθρωπος είναι ο σύνδεσμος μεταξύ νοερού και αισθητού κόσμου.
Τα αγιογραφικά και πατερικά χωρία πού παραθέσαμε, αν ερμηνευθούν προσεκτικά, καταλήγουν στο ότι με την ανάσταση και αναγέννηση του ανθρώπου θα ανακαινισθεί και η κτίση από την φθορά. Αυτό το βλέπουμε έντονα σε όλη την Παράδοση της Εκκλησίας μας. Στην συνέχεια θα παραθέσουμε την διδασκαλία του αγίου Συμεών του νέου θεολόγου για την της κτίσεως. Τα όσα θα λεχθούν πρέπει να τα δούμε από την άποψη ότι ολόκληρη η κτίση δημιουργήθηκε από τον Θεό «εκ μη υπαρχούσης ύλης». Ό Θεός την έφερε στην ύπαρξη. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος η κτίση, η άλογη δημιουργία να καταστραφεί ολοσχερώς και να αφανισθεί. Ό Θεός δεν δημιουργεί κάτι για να το εξαφάνιση στην συνέχεια. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να συμβεί αυτό. Άλλωστε, σε όλα τα αγιογραφικά χωρία, πού είδαμε προηγουμένως, γίνεται λόγος για «καινούς ουρανούς και καινήν γη», για ελευθέρωση της κτίσεως από την φθορά, για ανακαίνιση της. Αυτές οι εκφράσεις δεν μπορούν να δηλώσουν την ολοσχερή και πλήρη εξαφάνιση της.
Ό άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος είναι αποκαλυπτικός ως προς το σημείο αυτό. Λέγει ότι όπως πρώτα δημιούργησε ό Θεός την κτίση άφθαρτη και στην συνέχεια τον άνθρωπο, έτσι πρώτα ή κτίση πρέπει να μεταποιηθεί, δηλαδή να αλλαγή, και μαζί με αυτήν να νακαινισθούν και τα φθαρέντα σώματα, ώστε και πάλι «πνευματικός και αθάνατος ο άνθρωπος γεγονώς εν αφθάρτω χωρίω και αϊδίω και πνευματικώ κατοικεί»13.
Εδώ γίνεται λόγος για των σωμάτων, για αλλοίωση και μεταποίηση όλης της κτίσεως. Επίσης, αναφέρεται ότι ο πνευματικός άνθρωπος, μετά την ανάσταση του και την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, θα κατοικεί σε πνευματικό, άφθαρτο και αΐδιο χώρο. Αυτό δείχνει ο,τι λέγαμε προηγουμένως, ότι ο Θεός δεν δημιούργησε την κτίση για να την εξαφανίσει στην συνέχεια.
Ό άγιος Συμεών συνδέει την των σωμάτων με την ανάπλαση της κτίσεως. Όπως τα σώματα, δια της αναστάσεως, θα ανακαινισθούν, έτσι και «ο ουρανός και η γη και τα εν αύτη πάντα, ήγουν πάσα η κτίσις, ανακαινισθήσεται και ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς». Και όχι μόνον θα ανακαινισθεί ολόκληρη η κτίση, αλλά «συμμεθέξει τα στοιχεία ταύτα μεθ' ημών της εκείθεν λαμπρότητας»14. Όχι μόνον ο άνθρωπος, αλλά και ολόκληρη η κτίση θα μεθέξη της λαμπρότητας του Θεού. Βέβαια, πρέπει να τονίσουμε ότι αυτό θα γίνει αναλογικά, αφού μόνον ο άνθρωπος μετέχει της θεοποιού ενεργείας του Θεού. Ή κτίση μετέχει της ουσιοποιού και ζωοποιού ενεργείας του Θεού. Το γεγονός είναι ότι και η κτίση θα αλλοιωθεί και θα μεταμορφωθεί.
Χρησιμοποιεί πολύ επιτυχώς το παράδειγμα του πεπαλαιωμένου χαλκίνου σκεύους, το οποίο ο τεχνίτης τοποθετεί πάλι στην φωτιά και καθαρίζεται, ανακαινίζεται, αφού απαλλαχθεί από την σκουριά. Το ίδιο θα συμβεί και με την κτίση. Επειδή παλαιώθηκε, λόγω της αμαρτίας των ανθρώπων, ο δημιουργός θα την τοποθετηση στο πυρ, και έτσι «αναχωνευθήσεται και αναστοιχειωθήσεται και λαμπρά και καινότερα ασυγκρίτως της νυνί ορωμένης γενήσεται»15. Εδώ γίνεται λόγος για αναστοιχείωση και αναχώνευση, πού θα την κάνει λαμπρότερη από αυτήν πού είναι σήμερα.
Στο σημείο αυτό επιμένει ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος. Λέγει ότι όταν ο Θεός θα ανακαινίσει τον άνθρωπο και θα τον κάνη άφθαρτο, αθάνατο και πνευματικό, τότε «και αυτήν όλην την κτίσιν, φημί, συν αυτώ αλλοιώσει και αΐδιον και άϋλον ταύτην αποτελέσει»16. Ή κτίση θα γίνει άϋλη και αιώνια, θα αλλοιωθεί ολόκληρη η κτίση μαζί με τον άνθρωπο, «συν αυτώ». Αυτό είναι σημαντικό, γιατί άκουσα κάποιον θεολόγο να λέγει ότι η κτίση θα μεταμορφωθεί εν τω ανθρώπω, αφού ο άνθρωπος είναι η περίληψη όλης της δημιουργίας. Δηλαδή δεν θα ανακαινισθεί όλος ο κόσμος. Αλλά μια τέτοια αντίληψη αντιβαίνει στους λόγους της Άγιας Γραφής περί ελευθερώσεως της κτίσεως από την φθορά και στον λόγο του άγιου Συμεών, πού ομιλεί για της «συν αυτώ» και όχι απλώς «εν αυτώ».
Βέβαια, οι απόψεις αυτές του αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου δεν ευνοούν καμιά χιλιαστική αντίληψη, γιατί η τελευταία ομιλεί περί επιγείου καταστάσεως. Για να μη φανεί ότι ο άγιος Συμεών βρίσκεται σε μια τέτοια προοπτική, πρέπει να λεχθεί ότι δεν αναφέρεται σε υλικό και αισθητό τόπο, ούτε σε μια υλική και αισθητή κτίση, αλλά σε πνευματική.
Υποστηρίζει ο άγιος Συμεών ότι, όταν κάνουμε λόγο για ανακαίνιση της κτίσεως, δεν εννοούμε ότι θα επιστρέψει στην κατάσταση πού ήταν στον πρώτο Παράδεισο, προ της παραβάσεως του Αδάμ. Τότε ο Αδάμ ήταν αισθητός και τρεπτός και είχε ανάγκη της τροφής. Όμως με την ανάσταση των σωμάτων ο Αδάμ θα είναι πνευματικός, αφού, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, «σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται πνευματικόν». Όπως ο Αδάμ θα είναι πνευματικός και δεν θα έχει ανάγκη τροφής, έτσι και ολόκληρη η κτίση, με την ενέργεια του Θεού θα μεταποιηθεί «εις άϋλον και πνευματικόν υπέρ πάσαν αίσθησιν εν τη παλιγγενεσία... οικητήριον». Δεν θα είναι, λοιπόν, υλική και αισθητή, όπως ακριβώς δημιουργήθηκε από τον Θεό για να ικανοποιεί τις τότε ανάγκες του Αδάμ. Ή κτίση θα είναι πνευματική και άϋλη, ώστε οι άνθρωποι, έχοντες ασώματα σώματα, και γενόμενοι «υπέρ αίσθησιν εν αισθήσει» και όντες «απερίγραπτοι εν απεριγράπτοις» θα έχουν «Άξιον… της εαυτών δόξης κατοικητήριον»17.
Σαφώς εδώ γίνεται λόγος για πνευματικό κατοικητήριο, και ιδιαίτερο χώρο, όπου θα μένουν οι πνευματικοί άνθρωποι. Επανειλημμένως ο άγιος Συμεών αναφέρεται σε κατοικητήριο ή σε οικητήριο, αφού όλη η κτίση θα γίνει Παράδεισος, θα αλλοιωθεί και θα ανακαινισθεί μαζί με τον άνθρωπο18.
Στην διδασκαλία του αγίου Συμεών δίνονται και μερικά παραδείγματα για να γίνει κατανοητότερη αυτή η αντίληψη. Χωρίς να τα καταλαβαίνει η λογική του ανθρώπου, αφού υπερβαίνουν κάθε διάνοια, όλα θα γίνουν πνευματικά και θεια, θα ενωθούν με τα νοητά και θα γίνει «παράδεισος νοερός άλλος και Ιερουσαλήμ επουράνιος». Κανείς δεν παρέμεινε έως τώρα σε τέτοιο όμορφο χώρο. Και αναφέροντας διάφορα παραδείγματα λέγει ότι ο ήλιος, η σελήνη και τα αστέρια θα λάμπουν ακόμη περισσότερο. Το ίδιο θα γίνει και με την γη, όλα θα ακτινοβολούν, θα μεταδίδουν το κάλλος και την ομορφιά, θα παρατεθεί ο ίδιος ο λόγος του αγίου Συμεών του νέου θεολόγου: «Γη δε άφραστον και καινόν αναλήψεται κάλλος και χλόης είδος αμάραντον, άνθεοι δηλαδή φωτοειδέσι και ποικιλία πνευματική ωραιζομένη εν οίς δικαιοσύνη, κατά το όσιον λόγιον, κατοικεί»19.
Κάνουμε λόγο για υπέρ αίσθησιν ένωση της επίγειας κτίσεως με την επουράνια. Ό άγιος Συμεών είναι πολύ εκφραστικός: «η επίγειος κτίσις, η ορωμένη αυτή και αισθητή, αλλοιωθήσεται και τοις επουρανίοις ήγουν τοίς αοράτοις και υπέρ αίσθησιν ενωθήσεται». Και τότε, όταν όλα τα επίγεια ενωθούν με τα επουράνια, δια της Χάριτος του Θεού, και «οι δίκαιοι την ανακαινινισθείσαν ταύτην κληρονομήσουσι γήν, ην οι μακαριζόμενοι πραείς παρά του Κυρίου κληρονομούσι»20.
Από όλη αυτήν την διδασκαλία του άγιου Συμεών φαίνεται ότι, όταν μιλούμε για αιώνια ζωή και για ανακαίνιση της κτίσεως, εννοούμε μεταμόρφωση του ανθρώπου και παραμονή του σε έναν πνευματικό χώρο. Η κτίση δεν θα αφανισθεί, αλλά θα μεταποιηθεί, θα ανακαινισθεί, θα αλλοιωθεί.
Αυτήν την θεολογία του αγίου Συμεών εκφράζει και ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, μιλώντας για την μελλοντική εκείνη ευφροσύνη των δικαίων. Βέβαια, επειδή αναφέρεται στον λαό είναι περισσότερο αναλυτικός, και απλός, αλλά όμως παρουσιάζει την θεολογική αλήθεια πού αναπτύξαμε προηγουμένως. Γράφει:
«Γίνωσκε, ώ ακροατά, ότι την δεύτερον παρουσίαν μέλλει να ανακαινισθή ό κόσμος και να γίνη πολλά ωραιότερος και λαμπρότερος από τώρα. Τα στοιχεία θα καθαρισθώσιν από πάσαν φθοράν, να είναι το πυρ λαμπρότερον, αμή να μη καιει, ότι η καύσις του όλη πηγαίνει είς την κόλασιν ό αήρ να καθαρισθή από πάν σκότος και σύννεφον. Το ύδωρ να λαμπρυνθή, να λάμπη ώσπερ καθρέπτης και κρύσταλλον. Ωσαύτως και ή γη θα λεπτύνη, θα γίνη καθαρά παντός ρύπου και ύλης βλαπτικής. Ότι όλα τα βλαβερά, όπου δίδουν θλίψιν και ασθένειαν, ήγουν η θέρμη του πυρός, το ψυχρόν του ύδατος, το σκότος του αέρος, η καύσις του θέρους και πάσα ακαθαρσία και βρώμα του κόσμου τούτου, να συναχθή εις την άβυσσον της κολάσεως, δια περισσοτέραν οδύνην των αθλίων αμαρτωλών. Και ούτω μένουσι τα στοιχεία κεκαθαρμένα, να είναι η γη όλη άβλαβος και ωραία, ως άλλος παράδεισος. Ωσαύτως οι ουρανοί και ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα να δίδουσι λάμψιν θαυμασίαν και περισσότερον επταπλασίως, καθώς λέγει ο Ησαΐας, ότι θέλει είσθαι το φως της σελήνης, ως το ηλιακόν, και το φως του ηλίου επτάκις λαμπρότερον, ώσπερ το φως των επτά ημερών. Έτι δε να παύσουν την κίνησιν αυτών, ότι επειδή ο ήλιος, η σελήνη και οι πλανήται κινούνται τώρα δια την ευεργεσίαν του ανθρώπου, ήγουν δια την γένεσιν και φθοράν, και τότε παύουσι ταύτα μετά την κοινήν ανάστασιν. Και να στέκη ο ήλιος εις την ανατολήν και ησελήνη εις την δύσιν και τα λοιπά εις τους τόπους τους, καθώς εξ αρχής εκτίσθησαν, ούτε να αλλάσσουσιν οι καιροί, ούτε χειμών ή θέρος να είναι, ούτε νύξ, αλλά πάντοτε μια αϊδιότης χρόνων αιώνιος, μετά απείρου ευφροσύνης και ανεικάστου αγαλλιάσεως. Και ταύτα πάντα γίνονται θείω προστάγματι, δια περισσοτέραν δόξαν και απόλαυσιν των δικαιων, ίνα λάβωσι την αμοιβήν των έργων τους πολλαπλάσιον»21.
Ή μελλοντική ανακαίνιση της κτίσεως βιώνεται και από τώρα. Όπως από την παρούσα ζωή μπορεί ο άνθρωπος να γίνει θεατής της δόξης του Θεού, έτσι και από τώρα μπορεί να αποκτήσει αίσθηση της μελλοντικής αλλοιώσεως της κτίσεως. Όταν ο άνθρωπος έχει φωτισμένο νου, τότε δεν υποδουλώνεται στην κτίση, αλλά βλέπει μέσα σε αυτήν τους λόγους των όντων, την άκτιστη Χάρη και ενέργεια του Θεού. Όταν έχει μέσα του «αισθητώς και ευαισθήτως» την Χάρη του Θεού, τότε ζει την ανάστασή του και την ανάπλαση τής κτίσεως. Όλα του φαίνονται ωραία. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να εντάξουμε τις ωραίες περιγραφές της κτίσεως πού κάνουν οι άγιοι. Επειδή ο άνθρωπος είναι κέντρο της δημιουργίας, γι' αυτό η άχτιστη Χάρη δι' αυτού, διαπορθμεύεται και στην άλογη δημιουργία. Έτσι και τα άγρια ζώα υποτάσσονται στους άγιους, όπως διασώζεται στα συναξάρια της Εκκλησίας. Εκεί δε πού φαίνεται η βίωση της μελλοντικής αλλοιώσεως και μεταμορφώσεως της κτίσεως είναι τα λείψανα των αγίων.
Με αυτήν την έννοια λέμε ότι ο Χριστός με την ενανθρώπηση Του έφερε στην γη την καινή κτίση, γιατί έδωσε την δυνατότητα από τώρα να αποκτήσουμε αίσθηση της ανακαινίσεώς της, αλλά και την αποκαραδοκία της μελλοντικής ανακαινίσεως. Γι' αυτό στην Εκκλησία δεν έχουμε απλές ενδείξεις αυτής της ζωής. αλλά αποδείξεις.
8. Μαξίμου Ομολογητού, Φιλοκαλία τόμος Β', σελ. 42, θ΄
9. Όσιος Θαλάσσιος, Φιλοκαλία τόμος Β', σελ. 208, ξα'
10 Γρηγορίου Σιναΐτου, Φιλοκαλία τόμος Δ', 32, ια'
11 Μακαρίου Αιγυπτίου, Φιλοκαλία Νηπτικών και ασκητικών, εκδ. «Γρηγόριος Παλαμάς», τόμος 7ος. σελ. 184
12. SC 122, σελ. 190
13. SC 122, σελ. 204
14. ενθ. ανώτ. σελ. 206
15. ένθ. άνωτ. σελ. 208
16. ένθ. άνωτ. σελ. 210
17. ενθ. άνωτ. σελ. 212-214
18- ενθ. άνωτ- σελ. 218
19. ενθ. άνωτ, σελ. 218-220
20. ένβ. άνωτ. σελ. 220
21. Νικόδημου του αγιορείτου: Χρηστοήθεια των Χριστιανών, έκδ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1974. σελ. 398-399
(βιβλίο: Η Ζωή μετά τον θάνατο)
Η αιώνια ζωή
Μετά την τελική κρίση, πού θα γίνει με την Δευτέρα έλευση του Χριστού, θα αρχίσει η αιώνια ζωή, η οποία θα βιωθεί με δύο τρόπους, ήτοι ως αιώνιος Παράδεισος και ως αιώνια Κόλαση. Ό άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής θα ονομάσει τον μεν Παράδεισο «αεί ευ είναι», την δε Κόλαση «αεί φευ είναι». Πάντως, και στις δύο περιπτώσεις είναι «αεί είναι», διαφέρει όμως ο τρόπος βιώσεως, ανάλογα με την κατάσταση του ανθρώπου.
Ό Χριστός στην περικοπή της μελλούσης κρίσεως κάνει λόγο για αιώνια ζωή. «Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. κε', 4β). Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν τελειώνει με τον θάνατο, ούτε ακόμη με το μελλοντικό δικαστήριο, αλλά η ζωή συνεχίζεται και μετά από αυτόν. Ό αμαρτωλός δεν εκμηδενίζεται μετά την κρίση αλλά θα ζει αιωνίως, φλεγόμενος από την ενέργεια της θείας Χάριτος. Φυσικά, αυτό είναι αποτέλεσμα της ελευθέρας του επιλογής.
Παρά το ότι και η Κόλαση είναι αιωνία, εν τούτοις ο όρος αιώνια ζωή συνδέθηκε περισσότερο με την ζωή εν Χριστώ, γιατί η ζωή μακράν του Θεού στην πραγματικότητα είναι και λέγεται θάνατος. Γι' αυτό ο Χριστός είπε: «αυτή δε εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (Ίω. ιζ', 3). Ή γνώση του Θεού και η κοινωνία με τον Ιησού Χριστό είναι και λέγεται αιώνια ζωή.
Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να τεθεί και ο άλλος λόγος του Χριστού: «αμήν αμήν λέγω υμίν ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν». (Ίω. ε', 24). Θάνατος λέγεται η παρούσα ζωή, ενώ πραγματική ζωή θεωρείται η υπέρβαση του θανάτου και η κοινωνία με τον Θεό. Ή αιώνια ζωή συνδέεται στενώτατα με την σωτηρία του ανθρώπου και την μέθεξη της δόξης του Θεού. Ό Απόστολος Παύλος, ενθυμούμενος τις κακουχίες και τις ταλαιπωρίες πού υπέφερε για την δόξα του Θεού, έγραφε στον μαθητή του Τιμόθεο: «Δια τούτο πάντα υπομένω δια τους εκλεκτούς, ίνα και αυτοί σωτηρίας τύχωσι της εν Χριστώ Ιησού μετά δόξης αιωνίου» (Β' Τιμ. β', 10). Το ίδιο λέγει και ο Απόστολος Πέτρος: «Ό δε Θεός πάσης χάριτος, ο καλέσας υμάς εις την αιώνιον αυτού δόξαν εν Χριστώ Ιησού ολίγον παθόντας, αυτός καταρτίσει υμάς...» (Α' Πέτρ. ε', 10). Επομένως, ο όρος αιώνια ζωή αποδίδεται περισσότερο στην κοινωνία και ενότητα του ανθρώπου με τον Θεό, στην μέθεξη του αιωνίου Θεού και την όραση του ακτίστου Φωτός. Μέσα από αυτό το πρίσμα θα δούμε όσα θα λεχθούν στην συνέχεια.
Πρέπει και πάλι να υπογραμμιστεί ότι και η ζωή των αμαρτωλών και η Κόλαση είναι αιωνία, αφού και οι ψυχές των αμαρτωλών ανθρώπων είναι με την Χάρη Του Θεού αθάνατες. Αλλά εδώ αποδίδουμε τον ορό αιώνια ζωή κυρίως με την σωτηριολογική σημασία, ως κοινωνία και μέθεξη της δόξης του Θεού.
Στην συνέχεια του κεφαλαίου αυτού θα δούμε τρία σημεία.
Πρώτον, τι είναι η αιώνια Βασιλεία του Θεού. Δεύτερον τι εννοούμε όταν κάνουμε λόγο για της κτίσεως και τρίτον ότι η ζωή των δικαίων στον Παράδεισο θα έχει μια διαρκή εξέλιξη.
1. Ή Βασιλεία του Θεού
Σε αλλά κεφάλαια του παρόντος βιβλίου γίνεται διεξοδική ανάλυση του τί άκριβώς είναι και λέγεται Βασιλεία των Ουρανών. Γι' αυτό δεν πρόκειται να κάνουμε εδώ μεγαλύτερη επεξήγηση. Στο προηγούμενο κεφάλαιο είδαμε τα σχετικά με τον Παράδεισο και στο επόμενο θα γίνει λόγος για την Βασιλεία του Θεού και την διαχρονική μέθεξη της. Εδώ θα υπογραμμίσουμε απλώς μερικές αλήθειες πού είναι ανάγκη να υπομνησθούν.
Στην Αγία Γραφή και στα πατερικά κείμενα ταυτίζονται οι όροι Βασιλεία του Θεού, Βασιλεία των Ουρανών, Παράδεισος, αιώνια ζωή. Είναι όροι συνώνυμοι που σημαίνουν την μέθεξη της δόξης του Θεού από τον άνθρωπο. Αυτό αρχίζει από την ζωή αυτήν, συνεχίζεται στην μετά θάνατο ζωή και θα ολοκληρωθεί στην ζωή μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, αφού εν τω μεταξύ αναστηθούν και τα σώματα των ανθρώπων.
Ό άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος, μιλώντας για την Βασιλεία του Θεού, λέγει ότι Βασιλεία των Ουρανών «αυτός εστίν ο Θεός εν κατασχέσει γενόμενος» Ή φράση είναι αρκετά εκφραστική, Και μάλιστα ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος γίνεται θεατής αυτού του πλούτου της δόξης της Βασιλείας των Ουρανών. Ό Θεούμενος άνθρωπος λέγεται «ο τοιαύτης δόξης γενόμενος θεατής»1.
Ή μέθεξη της Χάριτος του Θεού λέγεται μέθεξη της Βασιλείας. Πάλι ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος θα πει εκφραστικότατα: «Ή δε Βασιλεία των Ουρανών ή μετοχή υπάρχει του Παναγίου Πνεύματος»2. Ό Χριστός, πού θα έλθει κατά την Δευτέρα Του Παρουσία χαρακτηρίζεται «ο περιπόθητος ημών και γλυκύτατος βασιλεύς Ιησούς ο Χριστός και Θεός». Ή ύπαρξη του ουρανίου αυτού Βασιλέως και η ένωση του άνθρωποι με Αυτόν, πού έχει σαν συνέπεια να εκλάμπει ο Χριστός μέσα στους αγίους και κάθε άγιος να λάμπει ευρισκόμενος μέσα σε Αυτόν, είναι θέα και μετοχή της Βασιλείας. Θα μου επιτραπεί να παραθέσω τον λόγο του άγιου Συμεών του νέου Θεολόγου, γιατί δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί διαφορετικά. Βασιλεία των Ουρανών για τους δικαιους είναι «μόνον τον βασιλέα έχουσα του παντός πανταχού ορώμενον αυτοίς, συμπαρόντι εκάστω και συνόντα έκαστον αυτώ και εν εκάστω έκλάμποντι και έκαστον λάμποντα εν αυτώ»3.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι η λεγομένη Βασιλεία του Θεού είναι η αλληλοπεριχώρηση του Χριστού με τον πιστό. Ο Χριστός θα κατοικεί μέσα στον δίκαιο άνθρωπο, θα τον δοξάζει και ο δοξαζόμενος άνθρωπος θα ελλάμπεται ευρισκόμενος σε κοινωνία με το θειο και άκτιστο φως.
Η Βασιλεία του Θεού δεν είναι μια κτιστή πραγματικότητα, δεν είναι μια εγκοσμιοκρατική κατάσταση, αλλά μέθεξη της δόξης του Θεού. Αυτό πρέπει να λέγεται, γιατί σήμερα δίνονται πολλές ερμηνείες για την Βασιλεία του Θεού. Και έχουμε την γνώμη ότι η αλλοίωση της θεολογικής σημασίας της Βασιλείας του Θεού έχει φοβερές συνέπειες και προεκτάσεις στην πνευματική και κοινωνική μας ζωή. Ή ηθικολογία δεν είναι άσχετη από αυτήν την θεολογική αλλοίωση.
Ό άγιος Ανδρέας, επίσκοπος Κρήτης, διδάσκει ότι Βασιλεία του Θεού είναι το οράν και οράσθαι υπό του Θεού. «Θεόν τε ορών και ιρώμενος». Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, μιλώντας για την μεταμόρφωση του Χριστού, πού είναι βίωση της Βασιλείας του Θεού, λέγει ότι στον μέλλοντα αιώνα «πάντοτε εν Κυρίω εσόμεθα, Χριστόν ορώντες τω φωτί αστράπτοντα της θεότητας»4.
Μέσα στην ίδια προοπτική κινούνται όλοι οι άγιοι Πατέρες. Ό άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο όποιος μπορεί να χαρακτηρισθεί θεολόγος του ακτίστου Φωτός, αναφέρεται στην «τελειότητα του μέλλοντος αιώνος».
Χρησιμοποιώντας τον λόγο του Ευαγγελιστού Ιωάννου, ότι, όταν ο Χριστός φανερωθεί, θα γίνουμε όμοιοι με Αυτόν, λέγει ότι τότε θα γίνουμε τέκνα Θεού, «λαμπρότητα Θεού ιδόντες και παθόντες και τη αυγή της Χριστού δόξης περιλαμπόμενοι τε και συνεκλάμποντες»5. Οι άγιοι θα περιλαμφθουν από την λαμπρότητα του Χριστού και θα συνεκλάμπουν μαζί με εκείνον. Έτσι η δόξα του Θεού θα γίνει και δόξα των δικαιων, με την διαφορά ότι η δόξα του Θεού είναι κατά φύσιν, ενώ των ανθρώπων θα είναι κατά Χάριν, δωρεά του Θεού.
Καίτοι θα υπάρχει διαφορετική μετοχή της δόξης ανάλογα με την πνευματική κατάσταση των δικαίων εν τούτοις εκεί στην Βασιλεία των Ουρανών θα καταργηθούν όλες οι τάξεις των ανθρώπων, αφού δεν θα υπάρχει «διδάσκων και διδασκόμενος». Πράγματι, στην Βασιλεία του Θεού θα καταργηθούν «οι τάξεις των διδασκόντων και των διδασκομένων»6.
Οι Πατέρες τονίζουν συνεχώς την αλήθεια ότι η βίωση της Βασιλείας των Ουρανών αρχίζει από αυτήν την ζωή. Ή απόλαυση των μελλόντων αγαθών αρχίζει «απ’ εντεύθεν»7.
Δεν θα επιμείνουμε περισσότερο πάνω στο σημείο αυτό, γιατί ο αναγνώστης θα βρει μεγαλύτερη ανάλυση αυτής της θέσεως σε άλλα κεφάλαια του παρόντος βιβλίου. Εκείνο το όποιο και πάλι πρέπει να τονιστεί είναι ότι όταν κάνουμε λόγο για την Βασιλεία του Θεού εννοούμε την μέθεξη της ακτίστου Χάριτος του Τριαδικού Θεού. Και επειδή αυτή η Χάρη μετέχεται ως Φως και έτσι δοξάζεται ο άνθρωπος, γι' αυτό και η Βασίλεια του Θεού είναι μέθεξη της δόξης του Θεού.
1. SC 129. σελ. 348-350
2. SC 104, σελ. 22
3. SC 122, σελ. 222
4. Βλ. Ιερομόναχου Αθανασίου Γιέβτιτς είς αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού: Ή Θεοτόκος, έκδ. Ίδρυμα «Όσιος Ιωάννης ο Ρώσσος». Αθήναι 1970, σελ. 262\
5. Γρηγορίου Παλαμά έργα. 11 ΕΠΕ. σε. 446
6. Ισαάκ Σύρου, Ασκητικά, έκδ. Ρηγοχούλου, σελ. 326
7. Άγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία, τόμος Β'. σε. 49, οη'
(βιβλίο: Η Ζωή μετά τον θάνατο)
Παράδεισος και Κόλαση
Ή Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, η ανάσταση των σωμάτων, η παράσταση όλων των ανθρώπων μπροστά στο φοβερό βήμα του Χριστού και, φυσικά, η τελική κρίση έχει κατάληξη τον Παράδεισο και την Κόλαση. Οι δίκαιοι θα αποκτήσουν τον Παράδεισο, την αιώνια ζωή, ενώ οι αμαρτωλοί την Κόλαση.
Ό Παράδεισος βρίσκεται στην αρχή της ιστορίας του ανθρώπου, ενώ στο τέλος θα υπάρχει Παράδεισος και Κόλαση. Γι' αυτό σε όλη την Άγια Γραφή γίνεται λόγος τόσο για τον Παράδεισο όσο και για την Κόλαση. Βασική διδασκαλία της Αγίας Γραφής είναι ότι ο άνθρωπος μετά την δημιουργία του ετέθη στον Παράδεισο και έπειτα έχασε την κοινωνία του με τον Θεό. Έκτοτε μέσα στον άνθρωπο υπάρχει η αναζήτηση αυτής της παραδείσιας ζωής. Ό Χριστός με την ενανθρώπησή Του έδωσε την δυνατότητα στον κάθε άνθρωπο να επανέλθει στον Παράδεισο και να απόκτηση κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό. Έτσι ο άνθρωπος σε όλη του την ζωή, ιδίως αυτός πού ζει μέσα στην Εκκλησία και αγωνίζεται να τηρεί τις εντολές του Θεού και να μετέχει της Χάριτος Του, αγωνίζεται να σωθεί και να εισέλθει στον Παράδεισο.
Επομένως το θέμα «Παράδεισος και Κόλαση» είναι από τα κεντρικά της Άγιας Γραφής και της Εκκλησίας. Χρειάζεται όμως μελέτη και ανάλυση του τι ακριβώς είναι ο Παράδεισος και ή Κόλαση, πώς ερμηνεύονται στην Ορθόδοξη πατερική Παράδοση. Αυτό το έργο είναι αναγκαίο και απαραίτητο για τον επιπρόσθετο λόγο ότι έτσι, όχι μόνον θα μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε την Αγία Γραφή, αλλά και να δούμε το έργο της Εκκλησίας. Όπως θα φανεί στην συνέχεια, το θέμα αυτό είναι σπουδαιότατο, γιατί παρουσιάζει την ουσία και το έργο της Εκκλησίας. Δεν μπορούμε να δούμε την αποστολή της Εκκλησίας, αν δεν εξετάσουμε την ορθόδοξη αντίληψη για τον Παράδεισο και την Κόλαση. Επομένως, οι συνέπειες αυτής της ερμηνείας είναι πάρα πολύ μεγάλες.
1. Ή Άγια Γραφή για τον Παράδεισο και την Κόλαση
Στην ενότητα αυτή δεν θα μας απασχόληση το θέμα για τον νοητό και αισθητό Παράδεισο, όπως μας τον περιγράφει η Παλαιά Διαθήκη, αλλά κυρίως για τον Παράδεισο και την Κόλαση στην διδασκαλία του Χριστού και των αγίων Αποστόλων. Υπάρχουν τρία χωρία στην Καινή Διαθήκη στα οποία γίνεται λόγος για τον Παράδεισο. Το πρώτο χωρίο είναι η διαβεβαίωση του Χριστού στον ληστή επί του Σταυρού: «αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ' εμού έση εν τω παραδείσω» (Λουκ, κγ', 43). Ό Παράδεισος για τον όποιο κάνει λόγο ο Χριστός είναι η ίδια η Βασιλεία του Θεού. Είναι χαρακτηριστικό ότι Βασιλεία του Θεού και Παράδεισος ταυτίζονται, αφού ό ληστής τον παρακαλεί «μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου» (Λουκ. κγ', 42) και ο Χριστός τον διαβεβαιώνει για την είσοδο του στον Παράδεισο. Είναι χαρακτηριστική η ερμηνεία του ιερού Θεοφύλακτου για το θέμα αυτό: «ο γαρ ληστής εστί μεν εν Παραδείσω, ήτοι τη βασιλεία, και ου μόνον αυτός, αλλά και πάντες ους αριθμείται ο Παύλος, ου μέντοι απήλαυσε της τελείας των αγαθών κληρουχίας»1.
Το δεύτερο χωρίο, στο όποιο γίνεται λόγος για τον Παράδεισο, αναφέρεται από τον Απόστολο Παύλο και είναι συνδεδεμένο με μια εμπειρία την οποία είχε ο θειος Απόστολος: «και οίδα τον τοιούτον άνθρωπον' είτε εν σώματι είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν ότι ηρπάγη εις τον Παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι» (Β' Κορ. ι6. 3-4). Ερμηνεύοντας αυτό το χωρίο, ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης λέγει ότι «Παράδεισος είναι λέξις Περσική και θέλει να ειπεί κήπος κατάφυτος από διάφορα δένδρα...». Συγχρόνως λέγει ότι η αρπαγή του Αποστόλου Παύλου στον Παράδεισο, κατά μερικούς εξηγητές, σημαίνει το «καθ' ό,τι εμυήθη τους περί του Παραδείσου μυστικούς, και απορρήτους λογούς, οι τίνες μέχρι της σήμερον είναι απόκρυφοι εις ημάς». Τότε κατά την θεωρία, ο Απόστολος Παύλος ανέβει έως τρίτου ουρανού, δηλαδή πέρασε τους τρεις ουρανούς, την πρακτική φιλοσοφία, την φυσική θωριά, έφθασε στην μυστική θεολογία, πού είναι ο τρίτος ουρανός, και από εκεί ηρπάγη στον Παράδεισο, όπως λέγει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Έτσι μυήθηκε στο τι ήταν το ξύλο της ζωής στο μέσον του Παραδείσου, τι ήταν το ξύλο της γνώσεως, τα Χερουβείμ και η φλόγινη ρομφαία πού φύλασσαν την πύλη της Εδέμ, τι ακριβώς ήταν τα δύο ξύλα της ζωής και της γνώσεως του καλού και του κακού, και όλες τις άλλες μεγάλες αλήθειες, πού παρουσιάζει ή Παλαιά Διαθήκη2.
ΤΟ τρίτο χωρίο υπάρχει στην Αποκάλυψη του Ιωάννου. Στον επίσκοπο της Εφέσου παραγγέλλεται μεταξύ των άλλων: «Τω νικώντι δώσω αυτώ φαγείν εκ του ξύλου της ζωής, ο εστίν εν τω παραδείσω του Θεού μου» (Αποκ. β', 7). Κατά τον Ανδρέα Καισαρείας, ξύλο της ζωής δηλούται περιφραστικώς η αιώνιος ζωή. Ό Θεός επαγγέλλεται «μετασχείν των του μέλλοντος αιώνος αγαθών»3. Επίσης, κατά τον Αρέθα Καισαρείας «Παράδεισον την μακαρίαν και αιωνίζουοαν εκληπτέον ζωήν»4. Επομένως, Παράδεισος, αιώνιος ζωή και Βασιλεία των Ουρανών είναι το ίδιο πράγμα. Δεν θα επιχειρήσουμε στο σημείο αυτό μεγαλύτερη ανάλυση για το τι είναι Παράδεισος, αναφορικά με τους όρους Βασιλεία του Θεού και Βασιλεία των Ουρανών. Γεγονός είναι ότι Παράδεισος είναι ή αιώνια ζωή εν κοινωνία και ενότητι με τον Τριαδικό Θεό.
Ή λέξη Κόλαση προέρχεται από το ρήμα κολάζω και έχει δύο σημασίες. Ή μια δηλώνει το κλάδεμα, δηλαδή την αναχαίτιση των κλάδων των δένδρων, και η δεύτερη δηλώνει την τιμωρία. Με την δεύτερη κυρίως έννοια χρησιμοποιείται στην Αγία Γραφή, από την άποψη όμως ότι δεν τιμωρεί ο Θεός, αλλά αυτοτιμωρείται ο άνθρωπος, γιατί δεν δέχεται την δωρεά του Θεού. Πάντως, η ακοινωνησία του ανθρώπου με τον Θεό είναι τιμωρία, όταν μάλιστα σκεφθούμε ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση του Θεού, και αυτός είναι ο βαθύτερος σκοπός της υπάρξεως του.
Δύο χωρία της Αγίας Γραφής αναφέρονται ρητώς στην Κόλαση. Το ένα υπάρχει στην Περικοπή του Χριστού για τήν μέλλουσα Κρίση. Ό Χριστός είπε: «και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αίώνιον» (Ματθ. κε', 46). Αν αυτό το χωρίο συνδυασθεί με το προηγούμενο «πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αίώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού» (Ματθ. κε'. 41), φαίνεται ότι η Κόλαση ταυτίζεται με το αιώνιο πυρ, το οποίο ετοιμάσθηκε για τον διάβολο και τους αγγέλους του και όχι για τον άνθρωπο.
Το άλλο χωρίο της Άγιας Γραφής πού περιέχει την λέξη Κόλαση βρίσκεται στην επιστολή του Ευαγγελιστού Ιωάννου: «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον, ότι ο φόβος κόλασιν έχει, ο δε φοδούμενος ου τετελείωται εν τη αγάπη» (Α' Ίω. δ', 18). Βέβαια, δεν αναφέρεται ρητώς στην Κόλαση, δηλαδή στον τρόπο ζωής των αδίκων μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, αλλά στην τιμωρία πού συνδέεται με τον φόβο και είναι αλλότρια της αγάπης.
Ή ζωή της Κολάσεως αποδίδεται στην Άγια Γραφή με άλλους όρους και άλλες εκφράσεις, όπως «πυρ αιώνιον» (Ματθ. κε', 41), «σκότος εξώτερον» (Ματθ. κε'.30), «γέεννα πυρός» (Ματθ. ε', 22). κ.λ.π. Δεν είναι όμως σκοπός μου εδώ να αναλύσω και αυτές τις σημασίες. Θα τις θίξουμε κάπως όταν σε άλλη ενότητα εξετάσουμε τις συνέπειες της περί Παραδείσου και Κολάσεως διδασκαλίας των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας.
2. Οι άγιοι Πατέρες για τον Παράδεισο και την Κόλαση
Είναι πολύ σημαντικό να δούμε την διδασκαλία των αγίων Πατέρων για τον Παράδεισο και την Κόλαση, γιατί αυτοί είναι οι απλανείς διδάσκαλοι της Εκκλησίας, οι φορείς της αμιάντου Παραδόσεως, και γι' αυτό η Αγία Γραφή δεν μπορεί να ερμηνευθεί έξω από την Θεόπνευστη διδασκαλία τους. Άλλωστε, η Εκκλησία, πού είναι το θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού, γράφει την Αγία Γραφή και την ερμηνεύει. Ή γενική διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας είναι ότι ο Παράδεισος και η Κόλαση δεν υπάρχουν εξ επόψεως του Θεού, αλλά εξ επόψεως του ανθρώπου. Βεβαίως, υπάρχει Παράδεισος και Κόλαση σαν δύο τρόποι ζωής, αλλά δεν είναι ο Θεός πού τους δημιούργησε. Στην πατερική παράδοση φαίνεται καθαρά ότι δεν υπάρχουν δύο τόποι, αλλά ο ίδιος ο Θεός είναι Παράδεισος για τους αγίους και ο ίδιος ο Θεός είναι Κόλαση για τους αμαρτωλούς. Αυτό συνδέεται αναπόσπαστα με την διδασκαλία των αγίων Πατέρων για την καταλλαγή και την συμφιλίωση, όπως και για την εχθρότητα του ανθρώπου με τον Θεό. Πουθενά στην Άγια Γραφή δεν φαίνεται ότι Θεός καταλλάσσεται με τους ανθρώπους, αλλά ότι ο Χριστός καταλλάσσει τον άνθρωπο με τον Θεό.
Άλλωστε, φαίνεται σε όλη την πατερική Παράδοση ότι Θεός ποτέ δεν είναι εχθρός του ανθρώπου, αλλά ο άνθρωπος καθίσταται εχθρός του Θεού διότι δεν έχει κοινωνία και μέθεξη με Αυτόν. Έτσι ο άνθρωπος γίνεται εχθρός του Θεού και όχι ο Θεός του ανθρώπου. Ό άνθρωπος με την αμαρτία πού διαπράττει βλέπει τον Θεό οργισμένο και εχθρικό5. Αυτό το θέμα θα το δούμε παρουσιάζοντας την διδασκαλία συγκεκριμένων Πατέρων της Εκκλησίας.
Νομίζω ότι είναι καλό να αρχίσουμε από τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, ο όποιος κάνει λόγο για το τι είναι Παράδεισος και τι είναι Κόλαση. Μιλώντας για τον Παράδεισο λέγει ότι Παράδεισος είναι η αγάπη του θεοί. Και, φυσικά, όταν αναφερόμαστε στην αγάπη, εννοούμε κυρίως και προ παντός την άκτιστη ενέργεια του Θεού. Γράφει: «Παράδεισος εστίν η αγάπη του Θεού, εν ή η τρυφή πάντων των μακαρισμών»6. Αλλά αναφερόμενος και στην Κόλαση λέγει σχεδόν τα ίδια πράγματα, ότι, δηλαδή, και η Κόλαση είναι η μάστιγα της αγάπης. Γράφει: «Εγώ δε λέγω, ότι οι εν τη γεέννη κολαζόμενοι τη μάστιγι της αγάπης μαστίζονται. Και τι πικρόν και σφοδρόν το της αγάπης κολαστήριον;»7.
Έτσι, η Κόλαση είναι το μαρτύριο της αγάπης του Θεού. Άλλωστε, όπως λέγει ο ίδιος, η λύπη στην καρδιά από την αμαρτία, πού έγινε σε βάρος της αγάπης του Θεού, «οξυτέρα εστί πάσης κολάσεως γινομένης»8. Πραγματικά, τιμωρία είναι όταν αρνούμαστε και αντιβαίνουμε στην αγάπη κάποιου. Είναι φοβερό να μας αγαπούν και εμείς να συμπεριφερόμαστε ανάρμοστα. Αυτό αν το συγκρίνουμε με την αγάπη του Θεού, μπορούμε να καταλάβουμε το μαρτύριο της Κολάσεως.
Και συνδέεται με εκείνο πού λέγει πάλι ο άγιος Ισαάκ, ότι είναι άτοπο να ισχυρίζεται κανείς «ότι οι αμαρτωλοί εν τη γεέννη στερούνται της αγάπης του Θεού»9. Επομένως, και οι κολασμένοι θα δέχωνται την αγάπη του Θεού. Ό Θεός θα αγαπά όλους τους ανθρώπους, και δικαίους και αμαρτωλούς, αλλά δεν θα αισθάνωνται όλοι κατά τον ίδιο βαθμό και τρόπο αυτήν την αγάπη. Πάντως, είναι άτοπο να ισχυριζόμαστε ότι Κόλαση είναι η απουσία του Θεού. Από αυτά συνεπάγεται ότι η βίωση του Θεού εκ μέρους των ανθρώπων θα είναι διαφορετική. Στον καθένα θα δοθεί από τον Δεσπότη Χριστό «το προς αξίαν», «κατά το μέτρον των αριστευμάτων αυτού». Γιατί εκεί θα καταργηθούν οι τάξεις των διδασκόντων και διδασκομένων και σε καθέναν θα υπάρχει «η οξύτης της εφέσεως παντός». Έτσι, ένας θα είναι εκείνος πού θα δώσει την Χάρη Του προς όλους, δηλαδή ο ίδιος ο Θεός. αλλά οι άνθρωποι θα την δέχωνται ανάλογα με την δεκτικότητα τους. Ή αγάπη του Θεού θα πίπτει σε όλους τους ανθρώπους, αλλά θα ενεργή κατα διπλούν τρόπο, τους μεν αμαρτωλούς θα κολάζει τους δε δικαίους θα ευφραίνει. Γράφει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, εκφράζοντας την Ορθόδοξη Παράδοση πάνω στο θέμα αυτό: «Ενεργεί δε η αγάπη εν τη δυνάμει αυτής κατά διπλούν τρόπον τους μεν αμαρτωλούς χολάζουσα, ως και ενταύθα συμβαίνει προς φίλον από φίλου• τους δε τετηρηκότας τα δέοντα, ευφραίνουσα εν αυτή»10.
Επομένως, η ίδια η αγάπη του Θεού, η ίδια ενέργεια θα επιπίπτει σε όλους τους ανθρώπους, αλλά θα ενεργεί διαφορετικά. Πώς όμως θα γίνεται αυτή η διαφορά; Ό Θεός είπε στον Μωυσή: «ελεήσω όν αν ελεώ, καί οίκτειρήσω ον αν οικτείρω» ("Εξ. λγ', 19). Ό Απόστολος Παύλος, αναφέροντας αυτό το χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης, συμπεραίνει: «άρα ουν ον θέλει ελεεί, ον δε θέλει σκληρύνει» (Ρωμ. θ', 18). Χρειάζεται να ερμηνευθεί αυτό μέσα σε ορθόδοξα πλαίσια. Πώς ο Θεός τον ένα θέλει να ελεήσει και τον άλλο θέλει να σκληρύνει; Υπάρχει προσωποληψία στον Θεό;
Κατά την ερμηνεία του Θεοφύλακτου Βουλγαρίας, αυτό συνδέεται με την φύση του ανθρώπου και όχι με την φύση και την ενέργεια του Θεού. Λέγει ο ιερός Θεοφύλακτος: «Καθώς ο ήλιος το μεν κηρί, απαλύνει, τον δε πηλόν σκληρύνει, όχι καθ' εαυτόν, αλλά δια την διαφορετική ύλην του κηρού και του πηλού• έτζι και ο Θεός την πηλίνην καρδίαν του Φαραώ λέγεται πώς σκληρύνει»11. Επομένως, ανάλογα με την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου θα ενεργή και η Χάρη του Θεού, δηλαδή η αγάπη Του, η οποία θα ακτινοβολεί σε όλους. Στην προοπτική αυτή εντάσσεται και Ο Μ. Β α σ ί λ ε ι ο ς. Ερμηνεύοντας το ψαλμικό χωρίο «φωνή Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός», λέγει ότι αυτό το θαύμα πραγματοποιήθηκε στους Τρεις Παίδες στην κάμινο του πυρός. Ή φωτιά στην περίπτωση αυτή διακόπηκε στα δύο, και γι' αυτό «ενεπύριζε τους κύκλω πάντας», ενώ «πνεύμα εδέξατο εν εαυτή, ηδίστην αναπνοήν και ανάψυξιν, ώσπερ εν σκιά τινι φυτών, εν ειρηνική καταστάσει παρεχομένη τοις παισίν». Έτσι, ενώ η φωτιά εκείνη κατέκαιε τους έξω από αυτήν, εν τούτοις δρόσιζε τους Παίδες, σαν να βρίσκονταν κάτω από την σκιά ενός δένδρου. Στην συνέχεια παρατηρεί ότι το πυρ πού ετοιμάσθηκε από τον Θεό για τον διάβολο και τους αγγέλους του «διακόπτεται τη φωνή τον Κυρίου». Το πυρ έχει δύο δυνάμεις, την καυστική και φωτιστική δύναμη και ενέργεια, γι' αυτό και καίει και φωτίζει. Έτσι, οι άξιοι της φωτιάς θα αισθανθούν την καυστική ιδιότητα της και οι άξιοι του φωτισμού θα αισθανθούν την φωτιστική ιδιότητα του πυρός. Γι' αυτό ολοκληρώνει πολύ χαρακτηριστικά: «Φωνή ουν Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός» και μερίζοντας, ως αλαμπές μεν είναι το πυρ της κολάσεως, άκαυστον δε το φως της αναπαύσεως απομείναι»12.
Επομένως, το πυρ της Κολάσεως θα είναι αλαμπές, θα στερήται της φωτιστικής ιδιότητος, ενώ το φως των δικαίων θα είναι άκαυστον, θα στερήται της καυστικής ιδιότητος, και αυτό θα είναι αποτέλεσμα της διαφορετικής ενεργείας του Θεού. Οπωσδήποτε, αυτό υπονοεί ότι ανάλογα με την κατάσταση του ο άνθρωπος θα δέχεται και την άκτιστη ενέργεια του Θεού.
Η ερμηνεία αυτή περί του Παραδείσου και της Κολάσεως δεν είναι μόνον του αγίου Ισαάκ του Σύρου και του Μ. Βασιλείου, αλλά είναι γενική διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι ερμηνεύουν αποφατικά τα περί του αιωνίου πυρός και της αιωνίου ζωής. Όταν μιλούμε για άποφατισμό δεν εννοούμε ότι οι Πατέρες αλλοιώνουν την διδασκαλία της Εκκλησίας μιλώντας αφηρημένα και στοχαστικά, αλλά ότι ερμηνεύουν τα θέματα αυτά προσπαθώντας να τα αποδεσμεύσουν από κατηγορίες της ανθρωπινής σκέψεως και από εικόνες των αισθητών πραγμάτων13. Και στο σημείο αυτό φαίνεται η διαφορά των Ορθοδόξων - Ρωμηών Πατέρων από τους Φραγκολατίνους, οι όποιοι έλαβαν αυτές τις πραγματικότητες ως κτιστές14.
Έτσι, λοιπόν, και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αναπτύσσει την σπουδαία αυτήν Αλήθεια, η οποία, όπως θα φανεί, έχει μεγάλη σημασία για την εκκλησιαστική και πνευματική ζωή. Συνιστά στους ακροατές του να δέχωνται τις διδασκαλίες της Εκκλησίας περί της αναστάσεως των σωμάτων, της κρίσεως και της ανταποδόσεως των δικαίων. Και πρέπει να τις δέχωνται μέσα στην προοπτική ότι η μέλλουσα ζωή είναι «φως τοις κεκαθαρμένοις την διάνοιαν», φυσικά, «κατά την αναλογίαν της καθαρότητας», και αυτό ονομάζουμε Βασιλεία των Ουρανών, και σκότος «τοίς τυφλώττουσι το ήγεμονικόν», πού είναι στην πραγματικότητα αλλοτρίωση Θεού, «κατά την αναλογίαν της εντεύθεν αμβλυωπίας»15. Ή αιώνια ζωή είναι φως γι' αυτούς πού καθάρισαν τον νου τους, και μάλιστα κατά τον βαθμό της καθάρσεως, και σκότος γι' αυτούς πού είναι τυφλοί στον νου, δηλαδή γι' αυτούς πού δεν φωτίσθηκαν από την ζωή αυτήν και δεν έφθασαν στον φωτισμό και την θέωση. Αυτήν την διαφορά μπορούμε να την δούμε και από τις αισθητές πραγματικότητες. Ό ένας και αυτός ήλιος «φωτίζει μεν την υγιαίνουοαν όψιν άμαυροι δε την ασθενούσαν». Όποτε δεν φταίει ο ήλιος, αλλά η κατάσταση του οφθαλμού. Το ίδιο ακριβώς αναλογικά θα γίνει και κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Ένας είναι ο Χριστός «άλλ' εις πτώσιν κείται και ανάστασιν πτώσιν μεν τοις απίστοις, ανάστασιν δε τοις πιστεύουσι»16. Ό ίδιος και Αυτός Λόγος του Θεού, ακόμη και τώρα, πολύ περισσότερο τότε, «και φοβερός τοις ουκ αξίοις δια την φύσιν και χωρητός δια φιλανθρωπίαν τοις ούτως ηυτρεπισμένοις»17. Γι’ αυτό δεν αξιώνονται όλοι να ευρίσκονται στην ίδια τάξη και στάση, άλλ' ο μεν είναι άξιος για την μία, ο άλλος για την άλλη, «προς μέτρον, οίμαι, της εαυτού καθάρσεως»18. Ανάλογα με την καθαρότητα της καρδιάς και του νου ο άνθρωπος θα γεύεται της μιας και της αυτής άχτιστου ενεργείας του Θεού. Επομένως, καί κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο ίδιος ο Θεός είναι Παράδεισος και Κόλαση για τον άνθρωπο, αφού ο καθένας γεύεται της ενεργείας του Θεού αναλόγως της ψυχικής του καταστάσεως. Γι' αύτό σε μια δοξολογητική του φράση θα πει: «Ώ Τριά ης εγώ κατηξιώθην, και λάτρης είναι, και κήρυξ εκ πλείονος ανυπόκριτος! Ώ Τριάς η πάσι ποτέ γνωσθησομένη, τοις μεν τη έλλαμψει, τοις δε τη κολάσει»19. Ό ίδιος ο Τριαδικός Θεός είναι και έλλαμψη και κόλαση για τους ανθρώπους. Ό λόγος του άγιου είναι ξεκάθαρος και αποκαλυπτικός. Θα ήθελα όμως να μνημονεύσω και τον άγιο Γ ρ ηγ ό ρ ι ο τον Παλαμά, αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, ο οποίος τονίζει, την ίδια διδασκαλία.
Αναφερόμενος στον λόγο του Ιωάννου του Προδρόμου περί του Χριστού, «ούτος βαπτίσει υμάς εν πνεύματι αγίω και πυρί», λέγει ότι θέλει να φανέρωση αυτήν την αλήθεια, ότι, δηλαδή, οι άνθρωποι θα δεχθούν ανάλογα ή την κολαστική ή την φωτιστική ιδιότητα της Χάριτος. Γράφει χαρακτηριστικά: «Ούτος», φησί, «βαπτίσει υμάς εν Πνεύματι αγίω και πυρί», τω φωτιστικώ δηλονότι και κολαστικώ, κατ' άξιαν εκάστου τής εαυτού διαθέσεως κομιζομένου το κατάλληλον»20.
Βέβαια, είναι ανάγκη να δούμε την διδασκαλία αυτή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά μέσα σε όλη την ορολογική προοπτική περί της άκτιστου Χάριτος του Θεού. Ό άγιος διδάσκει ότι όλη η κτίση μετέχει της ακτίστου Χάριτος του Θεού, άλλα όμως όχι κατά τον ίδιο τρόπο και κατά τον ίδιο βαθμό. Έτσι, η μέθεξη της Χάριτος του Θεού από τους αγίους είναι διαφορετική από την μέθεξη της από την άλλη κτίση, θα τονίσει χαρακτηριστικά: «Ει δ' εν όν τοις πάσι μεθεκτόν, ούχ ένιαίως, αλλά διάφορος μετέχεται... εί και μετέχει πάντα του Θεού αλλά της των αγίων μεθέξεως πολλήν και μεγίστην ορώμεν την διαφοράν»21.
Άλλωστε, γνωρίζουμε από την όλη διδασκαλία της Εκκλησίας ότι η άκτιστη Χάρη του Θεού λαμβάνει διάφορα ονόματα από τα αποτελέσματα, από το έργο πού επιτελεί. Εάν καθαρίζει τον άνθρωπο λέγεται καθαρτική, εάν τον φωτίζει λέγεται φωτιστική, εάν τον θεώνη λέγεται θεοποιός. Επίσης, άλλοτε λέγεται ουσιοποιός, άλλοτε ζωοποιός και άλλοτε σοφοποιός. Επομένως, όλη η κτίση μετέχει της άκτιστου Χάριτος του Θεού, αλλά διαφοροτρόπως. Και γι' αυτό δεν πρέπει να κάνουμε σύγχυση μεταξύ της θεοποιού Χάριτος πού μετέχουν οι άγιοι και άλλων ενεργειών. Το ίδιο, βέβαια, συμβαίνει και με την Χάρη του Θεού στην αιώνια ζωή. Οι δίκαιοι θα μετέχουν της φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας, ενώ οι αμαρτωλοί και ακάθαρτοι θα βιώνουν την καυστική και κολαστική ενέργεια του Θεού.
Αυτήν την διδασκαλία την συναντούμε και στα ασκητικά συγγράμματα διαφόρων αγίων. Για παράδειγμα αναφέρουμε τον άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη, ο οποίος λέγει ότι το ίδιο πυρ ονομάζεται και «πυρ καταναλίσκον και φωτίζον φως». Πρόκειται για το άγιο και υπερουράνιο πυρ, πού είναι η Χάρη του Θεού. Ή Χάρη του Θεού, πού δέχονται οι άνθρωποι σε αυτήν την ζωή, τους μεν «καταφλέγει, δια το έτι έλλειπες της καθάρσεως», τους άλλους «φωτίζει, δια το μέτρον της τελειότητας»22. Βέβαια, η Χάρη του Θεού δεν θα καθαρίζει τους αμετανόητους αμαρτωλούς στην άλλη ζωή, αλλά αυτό πού λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης συμβαίνει τώρα. Και είναι βεβαιωμένο από την Ασκητική εμπειρία ότι οι άγιοι στην αρχή αισθάνονται τήν Χάρη του Θεού σαν φωτιά πού κατακαίει τα πάθη και στην συνέχεια, όσο καθαρίζεται η καρδιά, τόσο και αισθάνονται την Χάρη του Θεού ως φως.
Σύγχρονοι Θεόπτες βεβαιώνουν ότι όσο κανείς μετανοεί και εν Χάριτι βιώνει την Κόλαση κατά την πορεία της ασκήσεως του, τόσο και αυτή (η Χάρη), χωρίς καν να το περιμένει ο άνθρωπος, μετατρέπεται σε Άκτιστο Φως. Πρόκειται για την ίδια Χάρη του Θεού, η οποία πρώτα καθαρίζει τον άνθρωπο, και όταν αυτός φθάσει σε μεγάλο βαθμό μετανοίας και καθάρσεως, θεάται ως φως. Επομένως, δεν πρόκειται περί κτιστών πραγμάτων και ανθρωπίνων συναισθηματικών καταστάσεων, αλλά περί βιώσεως της ακτίστου Χάριτος του Θεού.
3. Ό Παράδεισος και η Κόλαση στην εκκλησιαστική ζωή
Αυτά πού περιγράφουν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας και αναλύσαμε πιο πάνω, χρησιμοποιώντας τις μαρτυρίες μερικών μεγάλων Πατέρων, τα βλέπουμε καθαρά και μέσα στην εκκλησιαστική ζωή. Άλλωστε, οι άγιοι Πατέρες, πού αναφέραμε, δεν είναι στοχαστές φιλόσοφοι, πού στοχάζονται πάνω στα θέματα της πίστεως, αλλά ερμηνεύουν την εκκλησιαστική εμπειρία και είναι εκφραστές της αποκαλύψεως πού υπάρχει μέσα στην Εκκλησία. Δύο απλά παραδείγματα θα χρησιμοποιήσω για να δειχθεί ότι τα όσα αναφέραμε είναι κοινή διαπίστωση και εμπειρία της Εκκλησίας.
Το ένα παράδειγμα είναι η μετάληψη του Σώματος και Αίματος του Χριστού. Ή θεία Κοινωνία ενεργεί αναλόγως με την κατάσταση του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος είναι ακάθαρτος, τον κατακαίει, αν αγωνίζεται να καθαρθεί ή βρίσκεται στην θέωση, τότε ενεργεί αναλόγως.
Ό Απόστολος Παύλος γράφει στους Κορινθίους για το θέμα αυτό: «ώστε ος αν εσθίη τον άρτον τούτον ή πίνη το ποτήριον του Κυρίου αναξίως, ένοχος έσται του σώματος και αίματος του Κυρίου» (Α' Κορ. ια', 27). Για να βεβαιώσει στην συνέχεια: «δια τούτο εν υμίν πολλοί ασθενείς και άρρωστοι και κοιμώνται ικανοί» (Α' Κορ. ια', 30). Και αυτό γίνεται γιατί «ο εσθίων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει» (Α' Κορ. ια', 29). Ή μετάληψη, δηλαδή, του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, ενώ για τους κεκαθαρμένους και θεουμένους γίνεται ζωή, για τους ακάθαρτους γίνεται κρίμα και θάνατος, ακόμη και σωματικός. Πολλές ασθένειες και θάνατοι, όπως βεβαιώνει ο Απόστολος Παύλος, προέρχονται από την αναξία μετάληψη των Τιμίων Δώρων. Γι' αυτό ο Απόστολος Παύλος συνιστά: «δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν, και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηριού πινέτω» (Α' Κορ. ια'. 28).
Αυτό το «δοκιμαζέτω», αν συνδυαστεί με το όλο πνεύμα του Αποστόλου Παύλου, κατά το οποίο μέσα στην καρδιά πρέπει να έχει κανείς την Χάρη του Θεού, και με το χωρίο «καλόν γαρ χάριτι βεβαιούσθαι την καρδίαν» (Έβρ. ιγ', 9) δείχνει ότι πρέπει κανείς να εξετάζει σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεται για να πλησίαση στην Θεια Κοινωνία. Γιατί η Θεία Κοινωνία για ιούς καθαιρομένους γίνεται κάθαρση, για τους φωτιζομένους έλλαμψη, για τους θεουμένους θέωση και για τους ακάθαρτους και αμετανόητους γίνεται κρίμα και καταδίκη. Κόλαση. Γι' αυτό στις λειτουργικές ευχές ο ιερεύς παρακαλεί τον Θεό να μη γίνει η θεία Κοινωνία εις κρίμα και κατάκριμα, αλλά σε άφεση των αμαρτιών. Χαρακτηριστική είναι η ευχή του ιερού Χρυσοστόμου: «καταξίωσον ημάς μεταλαβείν των επουρανίων σου και φρικτών Μυστηρίων ταύτης της ιεράς και πνευματικής Τραπέζης, μετά καθαρού συνειδότος, εις άφεσιν αμαρτιών, εις συγχώρησιν πλημμελημάτων, εις Πνεύματος Αγίου κοινωνίαν, εις βασιλείας ουρανών κληρονομίαν εις παρρησίαν την προς σε, μη εις κρίμα, ή εις κατάκριμα».
Το ίδιο πνεύμα μπορούμε να δούμε σε όλες τις ευχές της ακολουθίας της Μεταλήψεως τόσο πριν όσο και μετά την θεία Κοινωνία. Αυτό πού γίνεται τώρα με την θεία Κοινωνία, θα γίνει στην Δευτέρα Παρουσία με την εμφάνιση του Θεού. Γι' αυτούς πού έχουν καθαρθεί και έχουν μετανοήσει ο Θεός θα είναι Παράδεισος, ενώ γι' αυτούς πού δεν έχουν καθαρθεί ο Θεός θα είναι Κόλαση. Το άλλο παράδειγμα είναι από την ιερά αγιογραφία, πού είναι, οπωσδήποτε, έκφραση της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Βλέποντας την εικονογράφηση της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού, όπως αγιογραφείται στους νάρθηκες των Ιερών Μονών, παρατηρούμε ότι από τον θρόνο του Θεού εκπορεύεται το φως, πού (κυκλώνει τους αγίους, και από τον θρόνο του Θεού εκπορεύεται ο πύρινος ποταμός, πού κατακαίει τους αμετανόητους αμαρτωλούς. Ή ίδια πηγή είναι, τόσο του φωτός, όσο και του πυρός. Και αυτό εκφράζει θαυμάσια την διδασκαλία των Πατερών της Εκκλησίας, πού είδαμε προηγουμένως, για την φωτιστική και καυστική ιδιότητα της θείας Χάριτος. Αυτό, βέβαια, συνδέεται με την κατάσταση του ανθρώπου.
4. Οι θεολογικές και εκκλησιολογικές συνέπειες αυτής της αλήθειας
Όλα όσα αναφέραμε μέχρι τώρα δεν είναι θεωρητικές αλήθειες, αλλά έχουν σχέση με την όλη εκκλησιαστική ζωή. Άλλωστε, η διδασκαλία των άγιων Πατέρων για τον Παράδεισο και την Κόλαση είναι ένα κλειδί ερμηνείας τόσο της Άγιας Γραφής και των πατερικών κειμένων όσο και της εκκλησιαστικής ζωής. Στην ενότητα αυτή θα εξετάσουμε αναλυτικότερα τις συνέπειες της ορθοδόξου θεωρήσεως του Παραδείσου και της Κολάοεως για την εκκλησιαστική και πνευματική ζωή.
α) Παράδεισος και Κόλαση είναι ενέργεια της ακτίστου Χάριτος του Θεού, όπως την βιώνουν οι άνθρωποι, γι' αυτό και είναι άκτιστα. Κατά τους αγίους Πατέρας της Εκκλησίας, δεν υπάρχει άκτιστος Παράδεισος και κτιστή Κόλαση, όπως διδάσκει η φραγκολατινική παράδοση. Οι Φράγκοι, ακολουθούντες τον Αυγουστίνο, πίστευαν ότι οι κολαζόμενοι δεν θα βλέπουν τον Θεό, και γι' αυτό εξέλαβαν το πυρ της Κολάσεως ως κτιστό. Είναι γνωστή η Κόλαση του Δάντη και οι περιγραφές των κολασμένων. Έτσι, οι Φράγκοι φαντάστηκαν τον κόσμο ως τριόροφο, πού αποτελείται από τον αμετάβλητο ουρανό για τους ευδαίμονες, μεταβλητή γη για να δοκιμάζωνται οι άνθρωποι και μεταβλητά καταχθόνια για τους κολαζομένους και καθοριζόμενους. Συνέπεια αυτής της απόψεως είναι και περί καθαρτηρίου πυρός διδασκαλία των Φράγκων23.
Επομένως, Παράδεισος και Κόλαση υπάρχουν όχι με την μορφή απειλής και τιμωρίας εκ μέρους του Θεού, αλλά με την μορφή ασθενείας και θεραπείας. Οι θεραπευμένοι και κεκαθαρμένοι βιώνουν την φωτιστική ενέργεια της θείας Χάριτος, ενώ οι αθεράπευτοι και ασθενείς βιώνουν την καυστική ενέργεια του Θεού.
Στην Αγία Γραφή η δόξα του Θεού χαρακτηρίζεται με τις αντιθέσεις φως - γνόφος, και πυρ - σκότος ή δόξα - νεφέλη και αστραπή - καπνός. Αυτοί πού έχουν Ανιδιοτελή αγάπη και είναι φίλοι του Θεού βλέπουν τον Θεό «εν φωτι - γνόφω», ενώ οι ιδιοτελείς και ακάθαρτοι βλέπουν τον Θεό κριτή ως «πυρ - σκότος»24. Έτσι, λοιπόν, ο Παράδεισος καλείται και φως και γνόφος. Από γλωσσικής πλευράς φαίνεται ότι είναι αντίθετες έννοιες, γιατί το φως είναι αντίθετο από τόν γνόφο και ο γνόφος είναι αντίθετος από το φως. Βέβαια, στην πατερική παράδοση ο γνόφος είναι φως «δια την ύπερέχουσαν φανότητα». Επίσης, η Κόλαση χαρακτηρίζεται με τις εικόνες πυρ και σκότος. Αλλά και οι δυο αυτές εικόνες είναι αντίθετες. Γι' αυτό η Κόλαση δεν είναι ούτε πυρ ούτε σκότος, όπως εμείς γνωρίζουμε τις πραγματικότητες αυτές. Και φυσικά ούτε ο Παράδεισος είναι φως και γνόφος, όπως εμείς γνωρίζουμε αυτές τις πραγματικότητες. Γι' αυτό οι άγιοι Πατέρες προτιμούν την αποφατική ορολογία, για να μη γίνεται καμμία σύγχυση.
Το θέμα είναι ότι τόσο ο Παράδεισος όσο και η Κόλαση δεν είναι κτιστές πραγματικότητες, αλλά άκτιστες. Οι δίκαιοι και οι αμαρτωλοί θα δουν τον Θεό στην άλλη ζωή, αλλά, ενώ οι δίκαιοι θα έχουν μέθεξη Θεου και κοινωνία, οι αμαρτωλοί δεν θα έχουν μέθεξη. Αυτό φαίνεται στην παραβολή του άφρονος Πλουσίου. Ό Πλούσιος έβλεπε τον Άδραάμ και τον Λάζαρο στους κόλπους του, αλλά δεν είχε μέθεξη του Θεού και γι' αυτό φλεγόταν. Δεχόταν την καυστική ενέργεια της οράσεως του Θεού. Καίτοι είναι παραβολή, εν τούτοις εκφράζει την πραγματικότητα. Ή χρησιμοποίηση του είδους της παραβολής γίνεται για να εκφραστούν οι αλήθειες.
β) Εφ' όσον αναλόγως της πνευματικής τους καταστάσεως οι άνθρωποι έχουν διαφορετική εμπειρία της θείας Χάριτος, άρα απαιτείται κάθαρση από αυτήν ακόμη την ζωή. Ή κάθαρση, κατά τους αγίους Πατέρες, γίνεται κυρίως στην καρδιά και στον νου του ανθρώπου. Ό νους είναι το ηγεμονικό της -ψυχής, δια του οποίου 0 άνθρωπος έχει μέθεξη και κοινωνία με τον Θεό. Ό σκοτασμός του ηγεμονικού λέγεται αλλοτρίωση• όχι ότι αποχωρίζεται ο άνθρωπος τον Θεό αλλά ότι δεν έχει μέθεξη. Με την πτώση του ανθρώπου και την αμαρτία του ο νους σκοτίστηκε και ταυτίστηκε με την λογική, τα πάθη και τον περιβάλλοντα κόσμο. Τώρα απαιτείται κάθαρση του νου.
Ό άγιος Γρηγόριος τονίζει επιγραμματικά: «Δια τούτο καθαρτέον εαυτόν πρώτον, είτα τω καθαρώ προσομιλητέον». Αν κανείς θέληση να φθάσει στον Θεό και να απόκτηση την γνώση Του, χωρίς προηγουμένως να περάοη από σχετική δοκιμασία, πού είναι ή κάθαρση της καρδιάς, τότε θα συμβεί το ίδιο με τόσες άλλες περιπτώσεις πού συναντούμε στην Άγια Γραφή και τις οποίες αναφέρει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, θα συμβεί ο,τι και στον Ισραηλιτικό λαό, πού δεν μπορούσε να δη το ελλαμπόμενο πρόσωπο του Μωϋσέως από την Χάρη του Θεού. Ή θα συμβεί ό,τι και στον Μανωέ, πού φώναξε: «Απολώλαμεν, ώ γύναι, Θεόν εωράκαμεν». Θα συμβεί ο,τι και στον Απόστολο Πέτρο, ο όποιος μετά το θαύμα της θαυματουργικής αλιείας, είπε: «έξελθε απ’ εμού ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί Κύριε».
Θα συμβεί ο,τι και στον Απόστολο Παύλο, ο οποίος έχασε την όραση του, αφού είδε τον διωκόμενο από αυτόν Χριστό, χωρίς προηγουμένως να καθαρθεί από τούς διωγμούς. Ακόμη θα συμβεί ο,τι με τον εκατόνταρχο ο όποιος, καίτοι ζήτησε από τον Χριστό την θεραπεία, εν τούτοις Τον παρακαλεί να μην έλθει στο σπίτι του από δειλία, πού πάντως επαινείται από τον Χριστό. Λέγοντας αυτά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, κάνει την εξής παρατήρηση. Αν κάποιος από μας είναι ακόμη εκατόνταρχος δουλεύοντας στον κοσμοκράτορα του κόσμου τούτου, και γι' αυτό είναι ακάθαρτος, ας το αισθανθεί και ας πει τον λόγο του εκατοντάρχου: «ουκ είμι ικανός ίνα μου υπό την στέγην είσελθης». Ας μη μείνει όμως σε αυτήν την διαπίστωση. Αλλά αν θέλει να δη τον Χριστό, τότε ας κάνη αυτό πού έκανε ο Ζακχαίος. Ας δεχθεί τον Λόγο στο σπίτι του, αφοί προηγουμένως όμως ανεβεί επάνω στην συκομορέα, «νεκρώσας τα μέλη τα επί της γης και υπεραναβάς το σώμα της ταπεινώσεως».
Απαιτείται συναίσθηση της ακαθαρσίας μας, αλλά και αγώνας για την κάθαρση και την θεραπεία. Χρειάζεται να καθαρίσουμε και να κοσμήσουμε την ψυχή μας και ακόμη να φωτισθούμε με την δύναμη και την ενέργεια του Χριστού. Διότι, όταν τηρήσουμε την καρδιά μας με κάθε φυλακή, δηλαδή, όταν βάλουμε την νήψη στην καρδιά μας και όταν ετοιμάζουμε την καρδιά μας για αναβάσεις πνευματικές, τότε «φωτισθώμεν εαυτοίς φως γνώσεως- τηνικαύτα λαλώμεν Θεού σοφίαν εν μυστηρίω την αποκεκρυμμένην, και τοις άλλοις εκλάμπωμεν». Γι' αυτό επιγραμματικά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει: «Τέως δε καθαιρώμεθα και προτελώμεθα τω Λόγω, ιν' ότι μάλιστα αυτούς ημάς ευεργετώμεν, θεοειδείς εργαζόμενοι, και ήκοντα τον Λόγον υποδεχόμενοι»25. Έτσι, στην Ορθοδοξία γίνεται συνεχώς λόγος για κάθαρση και μετάνοια, κατά την διδασκαλία του Χριστού: «μετανοείτε• ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών» (Ματθ. δ', 17). Μόνο μέσα από την μετάνοια γνωρίζει ο άνθρωπος τον Θεό εξ εμπειρίας, διότι ο Θεός δεν είναι γνωσιολογική θεωρία ή ιδέα, αλλά θέα.
γ) Το βαθύτερο έργο της Εκκλησίας είναι να θεραπεύει τον άνθρωπο, να καθαρίζει τον νου και την καρδιά. Ό άνθρωπος, αφού καθαρθεί, στην συνέχεια πρέπει να αποκτήσει φωτισμένο νου, ώστε να δη τον Θεό και να γίνει γι' αυτόν Παράδεισος και Βασιλεία των Ουρανών. Αυτό γίνεται με τα μυστήρια και την άσκηση. Και πραγματικά, αυτά τα δύο πρέπει να συνδυάζονται. Ή άσκηση, όπως φαίνεται στην πατερική παράδοση, προηγείται του Βαπτισματος και ακολουθεί μετά από αυτό, προηγείται της θείας Κοινωνίας και ακολουθεί μετά από αυτήν. Όταν απομονώσουμε τα μυστήρια από την Άσκηση και την άσκηση από τα μυστήρια, τότε διαστρέφουμε την εκκλησιαστική ζωή.
Αν εξετάσει κανείς επισταμένως το ευχολόγιο της εκκλησίας, θα διαπίστωση ότι συνιστά μια θεραπευτική αγωγή. Είναι, θα λέγαμε λίγο παραβολικά, ένα πνευματικό Ιατρικό σύγγραμμα για την θεραπεία της ψυχή του ανθρώπου. Και, βέβαια, αυτή η θεραπεία, όπως φαίνεται καθαρά σε όλες τις ευχές των μυστηρίων, αποβλέπει κυρίως στην θεραπεία του νου, στον φωτισμό του νου. Γι' αυτό ο ιερεύς δεν «κόβει» απλώς εισιτήρια για τον Παράδεισο, αλλά θεραπεύει τον άνθρωπο, ώστε όταν θα δει τον Θεό, να γίνει γι' αυτόν ο Θεός Παράδεισος και όχι Κόλαση, αφού όλοι θα δούμε τον Θεό και δίκαιοι και αμαρτωλοί. Αν εξετάσει κανείς προσεκτικά την φράγκικη «ασκητική», θα διαπιστώσει ότι αποβλέπει να οδήγηση τον άνθρωπο στην θέα του Θεού. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι αυτό, αφού όλοι θα δουν τον Θεό και θα συνομιλήσουν μαζί Του. Άλλωστε, αυτό περιγράφει ο Κύριος στην περικοπή της Μελλούσης Κρίσεως. Το θέμα είναι να δει ο άνθρωπος τον Θεό θεραπευμένος.
Ή Ορθοδοξία έχει μια μέθοδο θεραπείας. Αυτό φαίνεται εκτός των άλλων και στον υπότιτλο της Φιλοκαλίας. Γράφεται: «Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών εν ή δια της κατά πράξιν και θεωρίαν ό νους καθαίρεται, φωτίζεται και τελειούται».
δ) Δεν πρέπει να έχουμε ζωηρή επιθυμία να δούμε την δόξα του Θεού, όπως κάνουν πολλοί περίεργοι, και γι’ αυτό χρησιμοποιούν πολλούς τρόπους, τον ανατολικό διαλογισμό και άλλες μεθόδους. Τέτοια περιέργεια εκτός τον ότι μπορεί να οδήγηση σε πλάνη, μπορεί επίσης να διαγράψει διαφορετική πορεία. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ακριβώς επειδή ο Θεός γίνεται Κόλαση για τους ακάθαρτους, γι' αυτό αισθανόμαστε πρωταρχικό έργο το να καθαρθούμε ψυχικά. Ή κάθαρση συνδέεται με την θεραπεία του ανθρώπου, και φυσικά, η θεραπεία είναι η απόκτηση της ανιδιοτελούς αγάπης.
ε) Κόλαση δεν είναι η απουσία του Θεού, όπως συνήθως λέγεται, αλλά η παρουσία και θέα του Θεού ως φωτιάς. Και, φυσικά, όπως αναφέραμε σε άλλη ενότητα, από τώρα μπορούμε να γευθούμε τον Παράδεισο και την Κόλαση, θα μπορούσα να πω καλύτερα ότι από τον τρόπο με τον όποιο βιώνουμε από τώρα τον Θεό εξαρτάται και το πώς θα Τον βιώσουμε και στην Δευτέρα Παρουσία Του. Κατά τον όσιο Ηλία τον Πρεσβύτερο, Παράδεισος είναι η θεωρία των νοητών. Σε αυτήν την θεωρία ο γνωστικός, αυτός, δηλαδή, πού απέκτησε την γνώση του Θεού, «ως εν οικείω οίκω ένδοθεν εισέρχεται εν ευχή». Ό δε πρακτικός, αυτός, δηλαδή, πού βρίσκεται στο στάδιο της καθάρσεως, «ως παροδίτης οφθήσεται». αφού έχει μεν την επιθυμία να εισέλθει, αλλά εμποδίζεται από τον φραγμό της πνευματικής του ηλικίας26. Ό Παράδεισος είναι η απάθεια, πού στην πραγματικότητα, είναι η μεταμόρφωση του παθητικού της ψυχής. Ό όσιος Ηλίας ό Πρεσβύτερος λέγει ότι ό Παράδεισος της απάθειας είναι κρυμμένος μέσα μας. και αυτός «εικών εστί του μέλλοντος τους δικαιους υποδέχεσθαι»27.
Κατά τον όσιο Γρηγορώ τον Σιναϊτη, πυρ και σκότος και σκώληξ και τάρταρος, δηλαδή Κόλαση, είναι «η γενική ηδυπάθεια και η καθολική του σκότους άγνοια και ο εν πασι γαργαλισμός του στρήνους και ό τρόμος και ο βρώμας ο δυσώδης της αμαρτίας». Έτσι, η ηδυπάθεια, η άγνοια και το σκοτάδι, ο τρόμος και η βρωμιά τής αμαρτίας είναι βίωση της Κολάσεως από τώρα. Και όλα αυτά είναι «ως αρραβώνες και απαρχαί των κολάσεων» από την ζωή αυτή28.
Το συμπέρασμα αυτής της ανάλυσης είναι ότι ή Εκκλησία είναι Νοσοκομείο και θεραπευτήριο, πού θεραπεύει τον άνθρωπο. Αυτό είναι και το βασικότερο έργο των Ιερέων. Έχοντας αυτήν την προοπτική μπορεί να ασχολείται και με άλλα έργα. Μπορεί, δηλαδή ο ιερεύς να ενδιαφέρεται για τα γενικότερα προβλήματα του λαού, για την φιλανθρωπία και την ελεημοσύνη κ.λ.π. αλλά το κυριότερο είναι να θεραπεύει τον άνθρωπο. Αυτό είναι το κατ' εξοχήν φιλάνθρωπο έργο, πού θα έχει αιώνιες συνέπειες. Γιατί, τι το όφελος να ενδιαφέρεται μόνον για τις υλικές ανάγκες και να αδιάφορη για το αιώνιο μέλλον του; Μια τέτοια Εκκλησία μπορεί να θεωρηθεί και είναι πραγματικά μια εκκοσμικευμένη Εκκλησία. Ό άνθρωπος δεν πλάστηκε για να εξαντληθεί μόνον στο ενταύθα, αλλά να προχώρηση και στο επέκεινα. Έτσι, η Εκκλησία ενδιαφέρεται για τον όλο άνθρωπο, πού αποτελείται από ψυχή και σώμα.
Υπάρχουν μερικοί πού κατηγορούν την Εκκλησία ότι αδιαφορεί για τις κοινωνικές ανάγκες και απουσιάζει από κοινωνικούς και άλλους αγώνες. Κανείς δεν αντιλέγει ότι και σε αυτό το θέμα πρέπει να επεκταθεί η δραστηριότητα της Εκκλησίας. Άλλα τίθεται το ερώτημα. Ό θάνατος δεν είναι ένα κοινωνικό πρόβλημα; Έκτος του ότι ταλαιπωρείται ο κάθε άνθρωπος με τον δικό του θάνατο, αφού τον κουβαλά μέσα του από την γέννηση του, επειδή γεννιέται για να πεθάνει, συγχρόνως βασανίζεται από τον θάνατο των προσφιλών του προσώπων. Δεν δημιουργεί κοινωνικά και προσωπικά προβλήματα ο θάνατος; Η Εκκλησία ασχολείται με το φοβερό αυτό πρόβλημα του θανάτου και βοηθά τον άνθρωπο να τον υπερβεί με την εν Χριστώ ζωή.
Ακόμη, όταν ασχολείται η Εκκλησία με την θεραπεία του νου του ανθρώπου, αυτό έχει άμεσες κοινωνικές συνέπειες. Ό θεραπευμένος άνθρωπος είναι ειρηνικός, ειλικρινής, απαθής και επομένως, καλός οικογενειάρχης, καλός πολίτης. Άλλωστε, όπως ένα Νοσοκομείο κατά την διάρκεια κοινωνικών ανωμαλιών εξακολουθεί να θεραπεύει, έτσι και η Εκκλησία κατά την διάρκεια πολλών ανωμαλιών δεν ξεχνά τον θεραπευτικό της χαρακτήρα και θεραπεύει τους ανθρώπους.
Γι' αυτό, ζώντες μέσα στην Εκκλησία, πρέπει να θεραπευόμαστε με όλα τα μέσα πού έχει, τα μυστήρια και την άσκηση, με την μέθοδο πού διαθέτει, ώστε και από τώρα, αλλά κυρίως τότε στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, η Χάρη του Θεού να ενεργεί φωτιστικά και σωτήρια και όχι κολαστικά.
1. PG 123. στ. 1106
2. Νικόδημου αγιορείτου: Ερμηνεία εις τάς ΙΔ' Επιστολής του Αποστόλου Παύλου, έκδ. άγ. Νικόδημος, Αθήνα 1971, τόμος Β'. σελ. 113, σημ. 3
3. ΡG 106. 233
4. ΡG 106, 529
5. Βλ. Ιωάννου Ρωμανίδου: Ρωμιοσύνη, έκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1975, σελ- 96, κ.έ.
6. Ισαάκ Σύρου: Ασκητικά, έκδ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1977, σελ. 282
7. ένθ. άνωτ. σελ. 326
8. ένθ. άνωτ.
9. ένθ. άνωτ.
10. ένθ. άνωτ. σελ. 326-327
11. Νικόδημου Άγιορείτου: ένθ. άνωτ. τόμος Α', σελ. 110
12. Μ. Βασιλείου έργα, 5 ΕΠΕ, σελ. 120-122
13. Ιωάννου Ρωμανίδου: ένθ. άνωτ. σελ. 99
14. ενθ. άνωτ. σελ. 96 κ.έ.
15. Γρηγορίου Θεολόγου έργα, 4 ΕΠΕ, σελ. 376
16. Γρηγορίου Θεολόγου έργα, 5 ΕΠΕ, σελ. 382
17. Γρηγορίου Θεολόγου έργα, 5 ΕΠΕ, σελ. 88
18. ένθ. άνωτ. σελ. 174
19. Γρηγορίου Θεολόγου έργα, 1 ΕΠΕ, σελ. 380
20. Γρηγορίου Παλαμά έργα. 11 ΕΠΕ, σελ. 498
21. Γρηγορίου Παλαμά Συγγράμματα, τόμος Β', Παναγ. Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1966, σελ. 145
22. Ιωάννου Σιναϊτου: Κλίμαξ, έκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1970, σελ. 163
23. Βλ. Ιωάννου Ρωμανίδου, ενθ. άνωτ. σελ. 96
24. Ίω. Ρωμανίδου: ένθ. άνωτ. σελ. 99
25. Γρηγορίου Θεολόγου έργα, 5 ΕΠΕ, σελ. 86-90
26. Φιλοκαλία, έκδ. Παπαδημητρίου, τόμος Β'. σελ. 305, νη'
27. ένθ. άνωτ. σελ. 101. ιβ'
28. Φιλοκαλία, τόμος Δ', σελ. 36, λ6'